Η μελωδία ξεκινούσε νωχελικά, σαν τις σκιές που μεγάλωναν στην απογευματινή λύπη. Κάθε νότα έσταζε την κρυφή μελαγχολία μιας ζωής που μάχεται το τίποτα. Δεν ήταν θρήνος, ήταν υπομονή. Η πνοή του κλαρίνου την αγκάλιαζε, δίνοντας βάθος στην αίσθηση του ανείπωτου. Ένα αόρατο δάκρυ κυλούσε αργά στο πρόσωπο του χρόνου.
Και μετά, η μουσική άλλαξε. Τα κρουστά ξύπνησαν σαν μακρινοί χτύποι καρδιάς, σαν χέρια που χτυπούσαν ρυθμικά την ξερή επιφάνεια. Το βιολί γέμισε πείσμα. Ο ρυθμός γινόταν πιο γρήγορος, πιο έντονος, σαν ένας χορός που δεν παραδίδεται. Ήταν η σιωπηλή φλόγα. Η φλόγα που καίει αθόρυβα μέσα στον άνθρωπο της υπαίθρου, που τον κρατά όρθιο.
Δεν είναι χαρά, αλλά ζωή. Η επιβίωση. Ο χορός των σκιών πάνω στα χαλάσματα.
Τελικά, η μουσική ησυχάζει, επιστρέφοντας στον αρχικό ψίθυρο. Η σκόνη κατακάθεται, αλλά ο ρυθμός μένει χαραγμένος στην ψυχή. Η άγονη γη έζησε, χόρεψε, άντεξε. Και τώρα αναμένει, πάλι σιωπηλή, την επόμενη αναπνοή.

0 Σχόλια