Ο Ευάγγελος καθόταν στην άκρη του χάρτινου φωτός,
με το αδιάβροχό του βαρύ από τη νυχτερινή βροχή.
Το πιάνο άρχισε να ψιθυρίζει
σαν το εσωτερικό του ρολόι,
όχι δυνατής, μα αρχαίας,
βαθιά χαραγμένης στον χρόνο.
«Τριάντα χρόνια… τριάντα χρόνια σιωπής»,
μουρμούρισε μέσα του,
κι ένιωσε κάθε νότα
σαν κλειδί που γύριζε στο παρελθόν.
Κι έπειτα ξεκίνησε το βιολί.
Δεν ήταν μουσική·
ήταν η φωνή της στιγμής που δεν άντεχε να δει—
η στιγμή της φυγής.
Μα η μελωδία αποκάλυπτε το αληθινό:
δεν έφυγε εκείνη·
εκείνος την άφησε να φύγει.
Και ο τοίχος της αυτοσυγκράτησης
έσπασε σε χίλια κομμάτια
μες στο δράμα του ήχου.
«Εκείνη η λέξη…
έμεινε παγωμένη στον λαιμό,
κομμάτι πάγου που ποτέ δεν έλιωσε.
Και τώρα η μουσική την ξεριζώνει,
την καλεί να χορέψει με τις σκιές μου.
Γιατί η ελπίδα πονά
πιο πολύ απ’ τη βεβαιότητα;
Μια ζωή έτρεχα μακριά από το φως,
μα ήταν πάντα πίσω μου,
ακολουθώντας με…»
Το βιολί ανέβηκε με πάθος,
κάθε χορδή τεντωμένη σαν νεύρο,
κραυγή ακραίου πόνου,
μα και μυστικής ελπίδας.
Ο Ευάγγελος έκλεισε τα μάτια·
δεν ήταν πια τύψεις,
ήταν εξαγνισμός.
Η ζωή του, οι επιλογές του, η αγάπη του,
όλα χωρούσαν στο ορμητικό κύμα του ήχου.
Κι όταν το βιολί γλύκανε,
έσβησε στην τελευταία του αναπνοή.
Άνοιξε τα μάτια.
Το δωμάτιο έμενε σκοτεινό,
μα η ψυχή του λουζόταν φως.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν γεμάτη,
βαθιά σαν συμφιλίωση.
Είχε χάσει, ναι—
μα είχε ξαναβρεί.
Όχι εκείνη.
Τον εαυτό του.
Νύχτα και Χορδές—
το πιάνο, σιωπή που άργησε να μιλήσει,
βάρος τρυφερό, παλιών καιρών.
Μα το βιολί ήρθε να σχίσει τον αέρα,
να γίνει ο αδυσώπητος παλμός του «γιατί»,
νεύρο τεντωμένο,
κραυγή άναρθρη,
που ζητά ελπίδα στον εξαγνισμό.
Και μεσ' στον ήχο η ψυχή αγγίζει το φως,
βρίσκει αλήθεια σε κάθε πτώση,
ως το τέλος του κύματος
που αφήνει πίσω του μόνο
τη γεμάτη σιωπή της λύτρωσης.
Εδώ δείτε περισσότερα όμοια θέματα

0 Σχόλια