Σε διεθνείς συναντήσεις, συνέδρια και πολιτικά fora, η γλώσσα που επιλέγει ένας ηγέτης δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας. Είναι δήλωση ταυτότητας, πολιτισμικής παρουσίας και εθνικής αξιοπρέπειας. Κι όμως, παρατηρείται ένα φαινόμενο που προκαλεί προβληματισμό: Έλληνες αξιωματούχοι συχνά επιλέγουν να μιλούν αποκλειστικά αγγλικά — ή και άλλες ξένες γλώσσες — παραμερίζοντας τη μητρική τους.
Αυτό δεν είναι απλώς θέμα γλωσσομάθειας. Είναι θέμα στάσης. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες — από τον Γάλλο πρόεδρο μέχρι τον Γερμανό καγκελάριο — μιλούν στις διεθνείς συνόδους τις γλώσσες τους, με τη βοήθεια διερμηνέων. Όχι επειδή δεν γνωρίζουν αγγλικά, αλλά επειδή κατανοούν ότι η γλώσσα είναι φορέας πολιτισμού, νοοτροπίας και εθνικής συνέχειας.
Η ελληνική γλώσσα έχει βαθιές ρίζες και ισχυρό συμβολισμό. Όταν απουσιάζει από το διεθνές τραπέζι, απουσιάζει και ένα κομμάτι της εθνικής μας ταυτότητας. Η επιλογή να μιλήσει κανείς αγγλικά μπορεί να είναι πρακτική, αλλά όταν γίνεται συστηματικά και χωρίς λόγο, ενδέχεται να υπονομεύει τη θέση της χώρας ως ισότιμου συνομιλητή.
Δεν πρόκειται για άρνηση του διεθνισμού ή της πολυγλωσσίας. Αντιθέτως, πρόκειται για την ανάγκη να συνδυαστεί η διεθνής συμμετοχή με τον σεβασμό στη γλωσσική και πολιτισμική μας κληρονομιά. Η χρήση της ελληνικής γλώσσας σε διεθνές επίπεδο δεν είναι εμπόδιο. Είναι πλεονέκτημα. Είναι τρόπος να φέρουμε στο προσκήνιο τη δική μας οπτική, τις αξίες μας, την ιστορία μας.
Ίσως ήρθε η ώρα να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει σύγχρονη εκπροσώπηση. Να ενθαρρύνουμε τους πολιτικούς μας να μιλούν ελληνικά όταν εκπροσωπούν τη χώρα. Να δείξουμε ότι η γλώσσα μας έχει θέση στον παγκόσμιο διάλογο. Όχι ως αναχρονισμός, αλλά ως ζωντανό στοιχείο πολιτισμού.
Η γλώσσα είναι δύναμη. Και η Ελλάδα έχει πολλά να πει — αρκεί να το κάνει στη δική της φωνή.
Η ελληνική γλώσσα στα διεθνή φόρα: Από εργαλείο επικοινωνίας σε πράξη πολιτικής ταυτότητας
Σε μια εποχή όπου η διεθνής εκπροσώπηση απαιτεί ισορροπία ανάμεσα στον κοσμοπολιτισμό και την εθνική ταυτότητα, η γλώσσα που επιλέγει ένας ηγέτης να χρησιμοποιήσει έχει βαρύνουσα σημασία. Η ελληνική γλώσσα, με την ιστορία και τον πολιτισμικό της βάθος, αξίζει να ακούγεται στα διεθνή τραπέζια. Όχι μόνο ως μέσο επικοινωνίας, αλλά ως πράξη πολιτικής παρουσίας.
🔹 Η γλώσσα ως πολιτική πράξη
Η επιλογή γλώσσας σε διεθνές επίπεδο δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα. Είναι πολιτική στάση. Όταν ένας ηγέτης μιλά τη μητρική του γλώσσα, φέρνει μαζί του την κουλτούρα, την ιστορία και τη νοοτροπία της χώρας του. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες — από τον Μακρόν έως τον Σολτς — μιλούν στις συνόδους τις γλώσσες τους, με διερμηνείς. Η γλώσσα τους είναι μέρος της εθνικής τους παρουσίας.
🔹 Το ελληνικό παράδοξο
Παρά την πλούσια γλωσσική μας κληρονομιά, Έλληνες αξιωματούχοι συχνά επιλέγουν να μιλούν αγγλικά ή άλλες ξένες γλώσσες, ακόμη και όταν υπάρχει δυνατότητα διερμηνείας. Αυτή η επιλογή, όταν γίνεται συστηματικά, ενδέχεται να δημιουργεί την εντύπωση ότι η ελληνική γλώσσα είναι λιγότερο «κατάλληλη» για διεθνή χρήση — κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
🔹 Η γλώσσα ως φορέας πολιτισμού
Η ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς εργαλείο επικοινωνίας. Είναι φορέας πολιτισμού, αξιών και ιστορικής συνέχειας. Όταν απουσιάζει από διεθνή fora, απουσιάζει και ένα κομμάτι της εθνικής μας ταυτότητας. Η χρήση της ελληνικής γλώσσας είναι τρόπος να φέρουμε στο προσκήνιο τη δική μας οπτική και να ενισχύσουμε τη θέση μας ως ισότιμοι συνομιλητές.
🔹 Η ανάγκη για επαναπροσδιορισμό
Δεν πρόκειται για άρνηση της πολυγλωσσίας ή του διεθνισμού. Αντιθέτως, πρόκειται για την ανάγκη να συνδυαστεί η διεθνής συμμετοχή με τον σεβασμό στη γλωσσική μας κληρονομιά. Η χρήση της ελληνικής γλώσσας σε διεθνές επίπεδο είναι πλεονέκτημα — όχι εμπόδιο.
Συμπέρασμα:
Η γλώσσα είναι δύναμη. Είναι δήλωση παρουσίας. Και η Ελλάδα έχει πολλά να πει — αρκεί να το κάνει στη δική της φωνή. Ήρθε η ώρα να ενθαρρύνουμε τους εκπροσώπους μας να μιλούν ελληνικά με υπερηφάνεια, να φέρνουν στο τραπέζι τον πολιτισμό μας και να δείχνουν ότι η ελληνική γλώσσα έχει θέση στον παγκόσμιο διάλογο.
Εδώ διαβάστε περισσότερα για την γλώσσα

0 Σχόλια