Θερμό επεισόδιο, τετελεσμένα και διαπραγματεύσεις: ο πραγματικός κίνδυνος για την Ελλάδα
Τους τελευταίους μήνες επανεμφανίζεται όλο και συχνότερα στη δημόσια συζήτηση ένα σενάριο που, αν και ενοχλητικό, δεν μπορεί να αγνοηθεί: η πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όχι ως αποτέλεσμα ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, αλλά ως εργαλείο πίεσης για να οδηγηθούν οι δύο χώρες σε ένα ευρύτερο τραπέζι διαπραγματεύσεων. Ένα τραπέζι που δεν θα περιορίζεται στο μοναδικό νόμιμο αντικείμενο διαφοράς —την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ— αλλά θα ανοίγει συνολικά την τουρκική αναθεωρητική ατζέντα.
Όσοι θεωρούν τέτοιες αναλύσεις υπερβολικές, παραβλέπουν μια βασική παράμετρο: στη σύγχρονη διεθνή πολιτική, ειδικά υπό την επιρροή των ΗΠΑ της σχολής Τραμπ, το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί πλέον τον κεντρικό άξονα λήψης αποφάσεων. Αντίθετα, κυριαρχεί η λογική των τετελεσμένων, των συσχετισμών ισχύος και της «διευθέτησης» προβλημάτων με όρους realpolitik.
Η λεγόμενη «παρέα Τραμπ», πολιτικοί, αναλυτές και κύκλοι επιρροής, δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για το ποιος έχει δίκιο βάσει διεθνών συνθηκών. Ενδιαφέρεται για το ποιος ελέγχει τι στο πεδίο, ποιος μπορεί να επιβάλει κόστος και ποιος είναι διατεθειμένος να κάνει παραχωρήσεις για να υπάρξει «ηρεμία». Σε αυτό το πλαίσιο, ένα θερμό επεισόδιο δεν αντιμετωπίζεται ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου, αλλά ως αφετηρία νέων δεδομένων που «πρέπει να ληφθούν υπόψη».
Αυτό ακριβώς καθιστά το σενάριο εξαιρετικά επικίνδυνο για την Ελλάδα. Η Τουρκία έχει επενδύσει διαχρονικά στη στρατηγική της έντασης χαμηλής ή μεσαίας κλίμακας. Γνωρίζει ότι κάθε κρίση δημιουργεί πίεση για «διάλογο», ενώ ταυτόχρονα θολώνει τη διάκριση ανάμεσα στον επιτιθέμενο και στον αμυνόμενο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η λογική του «να τα βρούμε» υπερισχύει της λογικής του «ποιος παραβίασε τι».
Το κρίσιμο ζήτημα
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η διαπραγμάτευση αυτή καθαυτή. Είναι η διεύρυνση της ατζέντας. Η Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει μια νομικά οριοθετημένη διαφορά σε ένα πακέτο θεμάτων που περιλαμβάνει αποστρατιωτικοποίηση νησιών, γκρίζες ζώνες, συνεκμετάλλευση και έμμεση αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Ένα θερμό επεισόδιο, ακόμη και περιορισμένο, λειτουργεί ως ιδανικό πρόσχημα για να τεθούν όλα αυτά «στο τραπέζι».
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος του ΝΑΤΟ και των συμμάχων δεν πρέπει να εξιδανικεύεται. Το ΝΑΤΟ δεν λειτουργεί ως εγγυητής του διεθνούς δικαίου μεταξύ δύο μελών του. Λειτουργεί ως μηχανισμός αποσυμπίεσης και ισορροπίας, συχνά πιέζοντας περισσότερο τον πιο προβλέψιμο και πειθαρχημένο σύμμαχο. Ιστορικά, αυτός ο σύμμαχος είναι η Ελλάδα. Η λογική είναι απλή: «βρείτε τα για να μη διαταραχθεί η συνοχή της Συμμαχίας».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, δείχνει ανίκανη ή απρόθυμη να λειτουργήσει ως ουσιαστικό αντίβαρο. Οι εκκλήσεις για «αποκλιμάκωση» και «διάλογο» καταλήγουν συχνά να εξισώνουν την παραβίαση με την άμυνα. Έτσι, αντί να αποτρέπεται η τουρκική επιθετικότητα, ενισχύεται η πεποίθηση ότι η ένταση αποδίδει πολιτικά.
Γι’ αυτό και απαιτείται εξαιρετική προσοχή. Όχι με όρους λεονταρισμού ή εύκολου πατριωτισμού, αλλά με στρατηγική ψυχραιμία. Καμία αποδοχή διαπραγμάτευσης υπό πίεση. Καμία ανοχή στη διεύρυνση της ατζέντας. Σαφές μήνυμα ότι το διεθνές δίκαιο δεν μπαίνει σε παρένθεση επειδή κάποιοι επιθυμούν «λύσεις».
Διότι στην εποχή που ζούμε, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν θα καθίσουμε στο τραπέζι. Είναι αν θα καθίσουμε ως χώρα δικαίου ή ως χώρα που αποδέχεται τετελεσμένα.
Υστερόγραφο
Υπάρχει μόνο ένα σενάριο στο οποίο ένα θερμό επεισόδιο δεν θα λειτουργούσε εις βάρος της Ελλάδας: αν, σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο, η χώρα καταφέρει ένα πλήγμα τέτοιας φύσης ώστε να έχει αδιαμφισβήτητα το πάνω χέρι στο πεδίο. Όχι επικοινωνιακή επιτυχία, όχι «μήνυμα αποτροπής», αλλά αποτέλεσμα που δημιουργεί νέα δεδομένα. Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς μετρά περισσότερο από το δίκαιο, μόνο τα τετελεσμένα που δεν ανατρέπονται αναγνωρίζονται.
Ακόμη και τότε, το παράθυρο είναι ελάχιστο. Αν το πλεονέκτημα δεν κλειδώσει άμεσα, οι διεθνείς πιέσεις για «αποκλιμάκωση» θα πέσουν πρώτα στην Ελλάδα, οδηγώντας σε πολιτική εξίσωση του επιτιθέμενου με τον αμυνόμενο. Η ιστορία δείχνει ότι η διεθνής κοινότητα σπάνια επιτρέπει καθαρούς νικητές όταν αυτοί διαταράσσουν την ισορροπία.
Γι’ αυτό και η πραγματική παγίδα δεν είναι το ίδιο το επεισόδιο, αλλά το τραπέζι που ακολουθεί. Αν η Ελλάδα καθίσει χωρίς ξεκάθαρο πλεονέκτημα, το διεθνές δίκαιο περνά σε δεύτερη μοίρα και τη θέση του παίρνει η διαχείριση τετελεσμένων. Και σε αυτό το παιχνίδι, όποιος δεν επιβάλλει όρους, καλείται να τους αποδεχθεί.

0 Σχόλια