«Όταν η ερώτηση είναι η προπαγάνδα: Πώς οι δημοσκοπήσεις δεν μετρούν την κοινή γνώμη αλλά τη φτιάχνουν
Εισαγωγή
Στην κοινή συνείδηση, οι δημοσκοπήσεις παρουσιάζονται ως εργαλεία μέτρησης: σαν θερμόμετρα της κοινωνίας που καταγράφουν τάσεις, διαθέσεις, προτιμήσεις και προσανατολισμούς.
Ωστόσο, όλο και περισσότερο, η κοινωνική επιστήμη, η πολιτική επικοινωνία και η ψυχολογία της κοινής γνώμης δείχνουν ότι οι δημοσκοπήσεις δεν είναι απλώς ένα εργαλείο μέτρησης, είναι ένα εργαλείο διαμόρφωσης. Η ερώτηση που τίθεται συχνά από πολίτες που παρακολουθούν προσεκτικά την πολιτική ζωή ,και που συχνά νιώθουν ότι κάτι «δεν κολλάει» όταν βλέπουν τα ερωτήματα, είναι εύλογη:Μπορεί μια δημοσκόπηση να κατευθύνει τον ερωτώμενο; Μπορεί να προπαγανδίσει; Μπορεί να δημιουργήσει την «κοινή γνώμη» που στη συνέχεια επικαλούνται οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ;
Η απάντηση, σύμφωνα με όλα τα επιστημονικά δεδομένα, είναι ξεκάθαρη: Ναι, μπορεί. Και συμβαίνει πολύ συχνά.
Το παρόν άρθρο εξετάζει σε βάθος τους μηχανισμούς πλαισίωσης, υποβολής και χειραγώγησης μέσα από τις «αθώες» ερωτήσεις μιας δημοσκόπησης, καθώς και τον ρόλο που παίζουν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων και τα ΜΜΕ στην παραγωγή πολιτικής πραγματικότητας. Με έμφαση στα ελληνικά παραδείγματα των τελευταίων δεκαετιών, αλλά και σε διεθνείς πρακτικές, θα δούμε πώς η διατύπωση μιας ερώτησης μπορεί να αλλάξει τα πάντα, από την αυτοεικόνα ενός κόμματος μέχρι την κοινωνική συναίνεση για κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις, όπως η άμυνα, η υγεία, η φορολογία, ή οι ιδιωτικοποιήσεις.
1. Η δημοσκόπηση ως εργαλείο πλαισίωσης (framing): Δεν ρωτάς τι πιστεύει ο κόσμος. Του λες τι να σκεφτεί.
Η πρώτη και βασικότερη τεχνική χειραγώγησης σε μια δημοσκόπηση είναι η πλαισίωση. Η πλαισίωση δεν είναι διατύπωση· είναι ο τρόπος με τον οποίο το πλαίσιο καθορίζει το πώς γίνεται αντιληπτή η πληροφορία.
Παράδειγμα:
«Είστε υπέρ της ενίσχυσης της άμυνας της χώρας, ακόμη κι αν αυτό απαιτήσει πρόσθετους φόρους;»
Σε αυτή την ερώτηση συμβαίνουν τρεις παράλληλες πράξεις χειραγώγησης:
Η ενίσχυση της άμυνας παρουσιάζεται ως καθήκον.
Αν πεις «όχι», σου δημιουργείται η εντύπωση ότι είσαι αντιπατριώτης ή αδιάφορος.
Οι πρόσθετοι φόροι παρουσιάζονται ως φυσική και μοναδική συνέπεια.
Όλες οι εναλλακτικές χρηματοδότησης εξαφανίζονται ως επιλογές.
Πού πήγε η φοροδιαφυγή; Πού πήγαν οι υπερκοστολογήσεις; Πού πήγαν τα ευρωπαϊκά κονδύλια; Εξαφανίστηκαν.
Η ερώτηση συνδέει τις δύο έννοιες με τρόπο τεχνητό.
«Άμυνα = φόροι». Όποιος απορρίπτει τον δεύτερο, απορρίπτει και τον πρώτο.
Έτσι, η ερώτηση δεν είναι ουδέτερη· είναι ένα πολιτικό κάδρο που επιβάλλει νόημα πριν καν δοθεί απάντηση.
Ακόμη και η χρήση της λέξης «ενίσχυση» είναι φορτισμένη· κανείς δεν θέλει «αποδυνάμωση», άρα το δίλημμα έχει ήδη κριθεί.
2. Το φαινόμενο της υποβολής (leading questions): Η ερώτηση που σε οδηγεί στο «σωστό» μονοπάτι
Στη μεθοδολογία των ερωτηματολογίων, υπάρχει ένας όρος που φοβίζει κάθε σοβαρό ερευνητή: οι leading questions, δηλαδή κατευθυντικές ερωτήσεις.
Πρόκειται για ερωτήσεις που υποβάλλουν, άμεσα ή έμμεσα, την επιθυμητή απάντηση.
Παράδειγμα στο θέμα της υγείας (όπως έχει εμφανιστεί σε ελληνικές δημοσκοπήσεις):
«Χρειάζεται το ΕΣΥ ριζικές μεταρρυθμίσεις για να σωθεί από την κατάρρευση;»
Η ερώτηση:
παρουσιάζει ως δεδομένο ότι το ΕΣΥ καταρρέει,
παρουσιάζει την «μεταρρύθμιση» ως μορφή σωτηρίας,
κάνει τον ερωτώμενο να αισθάνεται παράλογος αν πει «όχι».
Αλλά δεν ρωτά:
Από τι προέρχεται η κατάρρευση;
Ποιος την προκάλεσε;
Ποιες είναι οι πιθανές μεταρρυθμίσεις;
Υπάρχει λύση που δεν περιλαμβάνει ιδιωτικοποίηση;
Όλα αυτά απουσιάζουν. Το αποτέλεσμα είναι μια ερώτηση που κρύβει στο εσωτερικό της ένα πολιτικό μήνυμα, και το εμφανίζει ως «ρεαλισμό».
Η δημοσκόπηση, συνεπώς, κάνει κάτι χειρότερο από το να μετράει:
φτιάχνει αφήγημα.
3. Μια δημοσκόπηση δεν είναι ένα καθρέφτισμα της κοινωνίας — είναι ενίοτε ένα εργαλείο πολιτικού marketing
Τα ΜΜΕ λατρεύουν τις δημοσκοπήσεις για έναν λόγο:
παράγουν αφήγημα και νομιμοποίηση.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η δημοσκόπηση έχει γίνει το νέο «όργανο εξουσίας» στη σύγχρονη πολιτική.
Όταν μία δημοσκόπηση δείξει:
«Το 62% των πολιτών αποδέχεται αυξημένους φόρους για την άμυνα»,
κανείς δεν λέει:
ότι οι πολίτες δεν ρωτήθηκαν για ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ χρηματοδότησης,
ότι το ερώτημα ήταν κατευθυντικό,
ότι η πλειονότητα των «ναι» αφορά ανθρώπους που πίστεψαν ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή,
ότι οι αναποφάσιστοι επηρεάστηκαν από το framing.
Έτσι, το «62%» μετατρέπεται από αποτέλεσμα μιας ερώτησης σε πολιτικό εργαλείο:
για να περάσει μια πολιτική,
για να νομιμοποιηθεί μια αύξηση φόρων,
για να καλλιεργηθεί συναίνεση,
για να πλασαριστεί μια αφήγηση στα δελτία των 20:00.
Η δημοσκόπηση, αντί για μέτρηση, γίνεται εργοστάσιο παραγωγής τάσεων.
4. Η χειραγώγηση των αναποφάσιστων: Η μεγάλη δεξαμενή επιρροής
Ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά των εταιρειών δημοσκοπήσεων είναι το εξής:
Οι αναποφάσιστοι επηρεάζονται υπερβολικά από τη διατύπωση.
Έρευνες στην ψυχολογία δείχνουν ότι μέχρι και 40% των ανθρώπων μπορούν να αλλάξουν απάντηση αν διατυπώσεις διαφορετικά την ίδια ερώτηση.
Παραδείγματα:
«Πιστεύετε ότι πρέπει να ενισχυθεί η φύλαξη των συνόρων για περισσότερη ασφάλεια;»
→ υψηλό ποσοστό «ναι».
«Πιστεύετε ότι χρειάζεται αύξηση των φόρων για τη χρηματοδότηση πρόσθετης φύλαξης συνόρων;»
→ χαμηλό ποσοστό «ναι».
Το αντικείμενο είναι το ίδιο.
Το πλαίσιο αλλάζει.
Και μαζί αλλάζουν και οι απαντήσεις.
Οι αναποφάσιστοι συνήθως απαντούν συναισθηματικά:
«ασφάλεια» = θετική έννοια,
«φόροι» = αρνητική έννοια.
Μια εταιρεία που θέλει να βγάλει «πλειοψηφία υπέρ της ασφάλειας» μπορεί να το κάνει εύκολα.
Μια εταιρεία που θέλει να δείξει «αντίδραση στους φόρους» μπορεί επίσης να το κάνει εύκολα, αλλάζοντας απλώς το περιτύλιγμα.
5. Παραδείγματα ελληνικής πραγματικότητας: Ερωτήσεις που “μυρίζουν” προπαγάνδα
Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουμε δει μια σειρά από ερωτήματα που έχουν δημιουργήσει μεγάλη συζήτηση σχετικά με την ουδετερότητά τους. Δεν είναι η στιγμή εδώ να κρίνουμε συγκεκριμένες εταιρείες, αλλά η ανάλυση των ίδιων των ερωτημάτων είναι αρκούντως αποκαλυπτική.
α) Στο θέμα της άμυνας
Πολλές δημοσκοπήσεις θέτουν περίπου το ίδιο δίλημμα:
«Πιστεύετε ότι η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει σε εξοπλισμούς για την ασφάλειά της, ακόμη και αν απαιτηθούν θυσίες;»
Η λέξη «θυσίες» είναι πολιτικό πλαίσιο που δημιουργεί ηθικό φορτίο:
ο πατριωτισμός έχει δείξει διαχρονικά ότι «αξίζει θυσίες».
Άρα, η ερώτηση υποβάλλει:
«Αν αρνηθείς, δεν είσαι έτοιμος για θυσίες χάριν της πατρίδας.»
β) Στο θέμα του ΕΣΥ
Ρωτούν:
«Θεωρείτε ότι το ΕΣΥ χρειάζεται συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα για να βελτιωθεί η ποιότητα υπηρεσιών;»
Η ερώτηση:
θεωρεί δεδομένο ότι η ποιότητα είναι χαμηλή,
θεωρεί δεδομένο ότι η συνεργασία με ιδιώτες ισοδυναμεί με βελτίωση,
παρουσιάζει μόνο μία λύση.
Η ερώτηση που δεν τίθεται ποτέ:
«Συμφωνείτε να ενισχυθεί το ΕΣΥ μέσω αύξησης μόνιμων γιατρών και κατάργησης των εργολαβιών στα νοσοκομεία;»
Ή:
«Προτιμάτε δημόσια χρηματοδότηση ή ιδιωτικοποιήσεις;»
Αυτές οι ερωτήσεις θα έδιναν τελείως διαφορετική εικόνα.
γ) Στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων
Το συνηθισμένο ερώτημα:
«Πιστεύετε ότι ιδιωτικοποιήσεις όπου υπάρχουν ιδιωτικοί πόροι και τεχνογνωσία μπορούν να ωφελήσουν την οικονομία;»
Αυτό το ερώτημα:
θεωρεί δεδομένο ότι ο ιδιωτικός τομέας έχει ανώτερη τεχνογνωσία,
θεωρεί δεδομένο ότι η επιλογή ιδιωτικοποίησης είναι «ωφέλιμη» αν γίνουν «σωστά»,
παρουσιάζει την ιδιωτικοποίηση ως τεχνική λύση, όχι ως πολιτική επιλογή.
Δεν τίθεται όμως η αντίθετη ερώτηση:
«Συμφωνείτε ότι κρίσιμες υποδομές πρέπει να παραμείνουν δημόσιες για λόγους ασφάλειας και κοινωνικής συνοχής;»
Και οι δύο ερωτήσεις είναι πολιτικές.
Αλλά μόνο η μία εμφανίζεται ως «τεχνοκρατική».
6. Γιατί γίνονται έτσι οι ερωτήσεις; Το οικονομικό και πολιτικό οικοσύστημα πίσω από τις μετρήσεις
Οι δημοσκοπήσεις δεν γίνονται στο κενό.
Υπάρχει ένα τριγωνικό σύστημα συμφερόντων:
α) Πολιτική εξουσία
Χρειάζεται δημοσκοπικά αποτελέσματα που θα:
στηρίξουν τις επιλογές της,
δείξουν κοινωνική αποδοχή,
αποθαρρύνουν την αντιπολίτευση,
δώσουν αίσθηση κυριαρχίας.
β) ΜΜΕ
Χρειάζονται εύπεπτους τίτλους.
Χρειάζονται κλίμα.
Χρειάζονται «ρεύματα» για να διαμορφώνουν πολιτική συζήτηση.
γ) Εταιρείες δημοσκοπήσεων
Εξαρτώνται οικονομικά από όσους τις χρηματοδοτούν.
Και φυσικά δεν είναι ανεξάρτητες από τον δημόσιο λόγο:
η πρόσβαση στα ΜΜΕ αποτελεί πολύτιμο κεφάλαιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι εταιρείες είναι «στημένες».
Αλλά σημαίνει ότι το σύστημα ευνοεί συγκεκριμένες διατυπώσεις.
Και οι διατυπώσεις αυτές δεν είναι ουδέτερες.
7. Τι θα ήταν μια πραγματικά ουδέτερη δημοσκόπηση;
Για να δούμε πόσο κατευθυντικές είναι οι ερωτήσεις που συζητάμε, αρκεί να φανταστούμε πώς θα έμοιαζαν οι ερωτήσεις αν ήταν πραγματικά ουδέτερες.
Παράδειγμα για την άμυνα:
«Πιστεύετε ότι η άμυνα χρειάζεται ενίσχυση;»
«Με ποιον τρόπο θεωρείτε προτιμότερη τη χρηματοδότηση;»
Καταπολέμηση φοροδιαφυγής
Μείωση υπερκοστολογημένων προμηθειών
Ανακατανομή δαπανών
Ευρωπαϊκή χρηματοδότηση
Πρόσθετη φορολόγηση
Άλλο
Αυτή θα ήταν δημοκρατική, ίσια, τίμια μέτρηση.
Η σημερινή όμως συνήθως περιορίζεται στο εξής:
«Υπέρ ή κατά;»
Και το «υπέρ» δεν σημαίνει ότι ο πολίτης θέλει φόρους.
Απλώς δεν ρωτήθηκε.
8. Η μεγάλη πολιτική συνέπεια: Οι δημοσκοπήσεις χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιούν πολιτικές αποφάσεις που δεν έχουν συζητηθεί
Η πιο επικίνδυνη διάσταση όλων αυτών δεν είναι η παραπλάνηση των ερωτώμενων.
Είναι η παραπλάνηση της δημοκρατίας.
Όταν τα ΜΜΕ γράφουν:
«Η πλειοψηφία υποστηρίζει μέτρο Χ»,
και το μέτρο Χ προέκυψε από μια ερώτηση που έκρυβε μέσα της πολιτική υποβολή, τότε η πολιτική ηγεσία μπορεί να παρουσιάσει μια απόφαση ως «αίτημα του λαού».
Και αυτό αλλάζει τις ισορροπίες:
μειώνει τον χώρο αντιπολίτευσης,
δημιουργεί τεχνητή συναίνεση,
παράγει «κοινωνική νομιμοποίηση» χωρίς πραγματική κοινωνική συζήτηση.
Έτσι, η δημοσκόπηση γίνεται όπλο επιβολής πολιτικών επιλογών και όχι εργαλείο κατανόησης της κοινωνίας.
Συμπέρασμα: Η ερώτηση είναι η προπαγάνδα
Μια δημοσκόπηση έχει δύναμη.
Όχι επειδή μετράει την κοινή γνώμη, αλλά επειδή τη σχηματίζει.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων «λένε ψέματα».
Το πρόβλημα είναι ότι οι ερωτήσεις συχνά φέρουν μέσα τους την ιδεολογία εκείνων που τις διατυπώνουν.
Είναι φορτωμένες με προκαταλήψεις, γλωσσικά φτιαγμένες να παράγουν συναισθήματα, στημένες έτσι ώστε να κάνουν ορισμένες απαντήσεις να φαίνονται «λογικές» και άλλες «εξωφρενικές».
Σε μια πραγματική δημοκρατία, η κοινή γνώμη πρέπει να εκφράζεται ελεύθερα, όχι με ερωτήσεις που γράφτηκαν για να υπονοήσουν ότι η μόνη «σοβαρή» επιλογή είναι μία.
Οι δημοσκοπήσεις μπορούν να είναι χρήσιμες.
Αλλά μόνο όταν οι ερωτήσεις τους είναι διαφανείς, ίσιες, πολυδιάστατες και επιστημονικά τεκμηριωμένες.
Όταν δεν είναι, τότε το αποτέλεσμα δεν είναι μέτρηση.
Είναι κατασκευή.
Και όπως δείχνει η εμπειρία, η κατασκευή «κλίματος» έχει αποδειχθεί ένα από τα πιο ισχυρά πολιτικά όπλα των τελευταίων δεκαετιών.

0 Σχόλια