Τυχαία προβολή

6/random/ticker-posts

Header Ads Widget

Επεξεργασία    

      Πού Οφείλεται η Αντιπαλότητα Ελλάδας – Τουρκίας    

 

Πού Οφείλεται η Αντιπαλότητα Ελλάδας – Τουρκίας

Ένα άρθρο βασισμένο σε διάλεξη του καθηγητή πανεπιστημίου και πρώην υπουργού κ. Άγγελου Συρίγου.

Η Κοιτίδα των Τούρκων και η Πορεία προς τη Δύση

Ο ομιλητής ανέφερε ότι ορμώμενος από πρόσφατο ταξίδι του στο Μπισκέκ του Κιργιστάν, θέλησε να αναφερθεί σε ορισμένα γεγονότα που δεν συνειδητοποιούνται ευρέως. Η πρωτεύουσα του Κιργιστάν, το Μπισκέκ, βρίσκεται ανάμεσα στην Κίνα, το Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν και το Τουρκμενιστάν. Το Κιργιστάν θεωρείται η κοιτίδα από όπου ξεκίνησαν οι Τούρκοι, καθώς εκεί εντοπίζεται το 545 μ.Χ. το εθνονύμιο «Τούρκος». Οι Τούρκοι ήταν αρχικά ένας νομαδικός λαός που ζούσε στα σύνορα της βόρειας Κίνας, στα Όρη Αλτάια, μια εξαιρετικά ψηλή οροσειρά που διαχωρίζει την Κίνα, τη Μογγολία, τη Ρωσία και το Καζακιστάν.

Διάφορες τουρκικές φυλές απλώθηκαν στη βόρεια και κεντρική Ασία. Μέχρι το 920 μ.Χ., οι Τούρκοι ακολουθούσαν τον σαμανισμό, αλλά μετά άρχισαν να προσχωρούν μαζικά στο Ισλάμ. Στις αρχές του 11ου αιώνα, κάποιοι από αυτούς έφτασαν «στην πόρτα μας».

Η Πρώτη Επαφή Ελλήνων και Τούρκων και η Άλωση της Μικράς Ασίας

Το 2016 συμπληρώθηκαν 1.000 χρόνια από την πρώτη επαφή Ελλήνων και Τούρκων, ένα σημαντικό γεγονός που δεν εορτάστηκε. Η επικρατούσα εντύπωση στην Ελλάδα ότι οι Τούρκοι έφτασαν στην περιοχή μας σπρωγμένοι από τους Μογγόλους είναι εν μέρει ανακριβής, καθώς οι μεγάλες συγκρούσεις Τούρκων με Μογγόλους συνέβησαν τον 13ο αιώνα, όταν οι Τούρκοι βρίσκονταν ήδη στην περιοχή.

Η πορεία των Τούρκων προς την Ευρώπη ξεκίνησε ήδη από τον 11ο αιώνα. Η πρώτη επαφή μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, συγκεκριμένα του νομαδικού φύλου των Σελτζούκων, σημειώνεται το 1016-1017 μ.Χ.. Τότε, οι Σελτζούκοι επιτέθηκαν σε αρμενικά εδάφη στα όρια της σημερινής Τουρκίας και του Ιράν. Το αρμενικό πριγκιπάτο, υποτελές στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, παραχώρησε την περιοχή του στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 1021, καθώς δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τους Τούρκους.

Στα επόμενα 50 χρόνια (1021-1071), οι τουρκικές επιδρομές στη Μικρασιατική Χερσόνησο έγιναν καθημερινότητα. Ο νομαδικός αυτός λαός ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί, οδηγώντας στη μεγάλη ήττα του Μαντζικέρτ το 1071. Τα δύο σημαντικά στοιχεία αυτής της ήττας ήταν: το άνοιγμα των πυλών της Μικράς Ασίας και, συμβολικά, η σύλληψη ζωντανού του Ρωμαίου αυτοκράτορα, Ρωμανού Δ' Διογένη, ο οποίος μάλιστα αφέθηκε ελεύθερος λίγες μέρες μετά.

Νομαδικοί πληθυσμοί άρχισαν να εισβάλλουν ανενόχλητοι στη Μικρασιατική Χερσόνησο. Εκατό χρόνια αργότερα, ακολούθησε μια δεύτερη, συντριπτική ήττα των Βυζαντινών στο Μυριοκέφαλο το 1176 μ.Χ.. Οι Τούρκοι πλημμύρισαν τη Μικρά Ασία και δημιούργησαν διάφορα μικρά κρατίδια (κομητείες/βαρονίες). Όταν οι Σελτζούκοι Τούρκοι ηττήθηκαν από τους Μογγόλους στη Σεβάστεια της Μικράς Ασίας το 1243, αυτά τα κρατίδια έγιναν ανεξάρτητα πριγκιπάτα. Ένα από αυτά, υπό την ηγεσία του Οσμάν, ίδρυσε το οθωμανικό κράτος.

Η Κατάκτηση της Ευρώπης και της Κωνσταντινούπολης

Το μικρό κράτος του Οσμάν σταδιακά έγινε το ισχυρότερο τουρκικό κράτος στη Μικρά Ασία, ενσωματώνοντας άλλα εμιράτα και χανάτα. Το 1326, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την πρώτη μεγάλη βυζαντινή πόλη, την Προύσα, και την έκαναν πρωτεύουσά τους.

Από το 1341 έως το 1343, οι Οθωμανοί άρχισαν τις επιθέσεις στην Αδριανούπολη (που βρίσκεται στην Ευρώπη), την οποία τελικά κατέλαβαν το 1361. Αυτό ανατρέπει τη λανθασμένη εντύπωση ότι οι Τούρκοι έπρεπε να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη για να περάσουν στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 είχε τεράστιο συμβολισμό, αλλά συγκριτικά μικρότερη πρακτική σημασία, διότι οι Τούρκοι βρίσκονταν ήδη στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο 100 χρόνια πριν.

Το 1453, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία περιοριζόταν ουσιαστικά σε μια πόλη-κράτος: την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, κάποιες περιοχές της Πελοποννήσου (Δεσποτάτο του Μυστρά) και νησιά του Αιγαίου (Λήμνος, Σαμοθράκη). Ο Μωάμεθ Β' την ανακήρυξε πρωτεύουσα του κράτους του το 1458, δίνοντάς της το όνομα Κωνσταντινίγε (Constantinopel), όρος που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι επίσημα μέχρι το 1930.

Σταδιακά, όλες οι περιοχές υπό τους Λατίνους (Βενετούς) πέρασαν στους Οθωμανούς: η Χίος το 1566, η Κύπρος το 1571, η Κρήτη το 1669 και η Τήνος (το τελευταίο νησί) το 1715. Από το 1715 έως το 1821, ολόκληρος ο ελληνισμός βίωνε την Τουρκοκρατία, με εξαίρεση τα Επτάνησα (αν και οι Τούρκοι πάτησαν και στη Λευκάδα).

Η Επανάσταση των 100 Ετών

Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ιδρύθηκε σε απελευθερωμένα από τους Τούρκους εδάφη. Από το 1831 μέχρι το 1922, μέσω της Μεγάλης Ιδέας, στόχος ήταν η απελευθέρωση των υπόδουλων αδελφών που ζούσαν σε μεγάλους αριθμούς κοντά στα σύνορα. Ο ομιλητής υιοθετεί την άποψη ότι πρόκειται για μία επανάσταση που κράτησε 100 χρόνια. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε το παράδειγμα των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική, οι οποίοι θεωρούσαν αυτονόητο να επιστρέψουν το 1912 για να πολεμήσουν στους Βαλκανικούς Πολέμους για την απελευθέρωση. Αυτό εξηγεί γιατί το εθνικό στοιχείο προείχε και τα κοινωνικά κινήματα δεν είχαν την ίδια ένταση στην Ελλάδα όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Από το 1071 μέχρι σήμερα, η ιστορία των Ελλήνων είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή των Τούρκων, και η σχέση τους ήταν κατά κανόνα συγκρουσιακή.

Οι Τέσσερις Μείζονες Συνέπειες της Τουρκικής Κατάκτησης

Ο ομιλητής αναφέρθηκε στο έργο του Σπύρου Βρυώνη για την κατάκτηση της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους (11ος ως 15ος αιώνας). Η κατάκτηση αυτή είχε τέσσερις μείζονες συνέπειες για τον ελληνισμό, που συχνά δεν γίνονται αντιληπτές:

Η Καταστροφή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζάντιο)

Οι διαρκείς τουρκικές επιδρομές οδήγησαν στη διάλυση του κρατικού μηχανισμού. Αυτό συνέβη σε μια περιοχή (Μικρά Ασία) όπου ο ελληνισμός ακμάζει ποσοτικά και ποιοτικά. Τέσσερις αιώνες συγκρούσεων με τους Τούρκους, σε συνδυασμό με τους πολέμους και τις εσωτερικές έριδες με τους Λατίνους, οδήγησαν στη διάλυση, η οποία επισφραγίστηκε με τη συμβολική Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

Σημείωση για τη Ρωμαϊκή Ταυτότητα

Μέχρι και τον 6ο αιώνα, ο ελληνικός πολιτισμός βρισκόταν σε αλληλεπίδραση και ανταγωνισμό με τον ρωμαϊκό, και οι Έλληνες αρνούνταν να ταυτιστούν με τους Ρωμαίους, αυτοπροσδιοριζόμενοι ως Έλληνες. Μετά το τέλος της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ., οι κάτοικοι της Ανατολικής Αυτοκρατορίας (με κέντρο την Κωνσταντινούπολη) άρχισαν να θεωρούν τον εαυτό τους ρωμαϊκό αυτοκρατορικό λαό, χρησιμοποιώντας το όνομα «Ρωμαίοι» ή «Ρωμιοί». Με το πέρασμα των αιώνων, ο όρος «Ρωμιοσύνη» κατέστη συνώνυμος με τον «Ελληνισμό». Η γλώσσα επικοινωνίας και η μητρική γλώσσα ενός σημαντικού τμήματος του λαού ήταν τα δημόσια ελληνικά της καθομιλουμένης. Ήδη από την εποχή του Ηρακλείου (640 μ.Χ.), η ρωμαϊκή διοικητική μηχανή είχε εγκαταλείψει τα Λατινικά και χρησιμοποιούσε τα Ελληνικά. Ο λαός και η γραφειοκρατία θεωρούσαν το κράτος ως αυτονόητη συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αποκλειστικό κάτοχο των συμβόλων της. Η εδαφική συρρίκνωση μετά το 1071, και ο περιορισμός της Αυτοκρατορίας σε περιοχές που ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες, οδήρησε στον πλήρη εξελληνισμό της. Ως εκ τούτου, η διάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν ένα ευθύ πλήγμα στον Ελληνισμό.

Η Διάλυση της Βυζαντινής Κοινωνίας

Η κατάκτηση αντιμετωπιζόταν από τους Τούρκους ως θρησκευτικός πόλεμος μουσουλμάνων κατά χριστιανών, σε συνδυασμό με την προσδοκία λεηλασιών και πλουσίων λαφύρων. Υπήρχε ανοχή για όσους παραδίδονταν, με στόχο τον προσηλυτισμό στο Ισλάμ, με ισχυρά κίνητρα (οικονομικά, φορολογικά και κοινωνικά, όπως η πρόσβαση σε διοικητικές θέσεις). Καταλύθηκε το προνοιακό κράτος, που βασιζόταν πρωτίστως στην Ορθόδοξη Εκκλησία (ορφανοτροφεία, σχολεία, συσσίτια). Οι μουσουλμάνοι Τούρκοι αφαιρούσαν την περιουσία της Εκκλησίας. Τότε ανέλαβαν δράση οι δερβίσιδες (μουσουλμάνοι μοναχοί), των οποίων οι φιλανθρωπίες έκαναν τους φτωχούς Έλληνες πιο δεκτικούς στα κηρύγματά τους, καθώς η Ορθόδοξη Εκκλησία απείχε υποχρεωτικά από τέτοια έργα.

Ψυχολογική Κρίση

Το βασικό ερώτημα που ανέκυψε ήταν: «Αφού εμείς είμαστε οι φορείς της ορθής πίστεως, πώς μας νικούν οι άλλοι;». Εμφανίστηκαν εσχατολογικές θεωρίες και μύθοι (π.χ., ο άγγελος που θα έδινε ρομφαία). Κάποιοι στράφηκαν στον Πάπα, ελπίζοντας σε βοήθεια (Σύνοδοι Φεράρας και Φλωρεντίας 1438-1439).

Η Τύχη των Διανοουμένων

Δύο επιφανείς μορφές, ο Μάρκος ο Ευγενικός και ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος, ήταν κατά της Ένωσης των Εκκλησιών. Δύο άλλοι, ο Βησσαρίων Τραπεζούντιος και ο Ισίδωρος Αρχιεπίσκοπος Κιέβου (γεννημένος στην Πελοπόννησο), τάχθηκαν υπέρ και έγιναν καρδινάλιοι. Ο Βησσαρίων πάλεψε για σταυροφορία κατά των Τούρκων και κόντεψε να γίνει Πάπας. Ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός αρνήθηκε να υπογράψει και επέστρεψε στην Πελοπόννησο, στρεφόμενος προς την αρχαία θρησκεία, την οποία θεωρούσε συμβατή με την Ορθοδοξία. Τέλος, ο Γεώργιος Αμυρούτζης συνέγραψε ύμνους για τον Μωάμεθ Β', έγινε χρονογράφος του και εξισλαμίστηκε λίγο πριν πεθάνει. Το γεγονός ότι από έξι κορυφαίους διανοούμενους, οι δύο παρέμειναν Ορθόδοξοι, οι δύο έγιναν Καθολικοί, ο ένας στράφηκε στην αρχαία θρησκεία και ο έκτος έγινε μουσουλμάνος, δείχνει τις καταστροφικές συνθήκες και τα διέξοδα της εποχής. Σχεδόν όλες οι οικογένειες της βυζαντινής αριστοκρατίας εξαφανίστηκαν μέσα σε τριάντα χρόνια μετά την Άλωση.

Δραματική Συρρίκνωση των Ελλήνων

Η οθωμανική κατάκτηση επέφερε δραματική συρρίκνωση του αριθμού των Ελλήνων και μια τεράστια δημογραφική αλλαγή. Ενώ μέχρι τις αρχές του 11ου αιώνα οι Έλληνες ήταν ένα από τα πολυπληθέστερα έθνη παγκοσμίως, στη Μικρά Ασία, υπήρξαν περιοχές που δέχονταν επιθέσεις, εξανδραποδισμούς και διωγμούς επί τρεις συνεχείς αιώνες. Ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα, οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν πλειονότητα στη Μικρά Ασία, με την εξαίρεση λίγων περιοχών όπως ο Πόντος. Η ολοκληρωτική εξαφάνιση του Ελληνισμού από τη Μικρά Ασία ολοκληρώθηκε με τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922. Ουσιαστικά, από το 1071 έως το 1974, οι Τούρκοι συνέχισαν να συρρικνώνουν πληθυσμιακά τον ελληνισμό.

Πολιτισμική Παρακμή και Κατάπτωση

Οι χριστιανικοί πληθυσμοί, προκειμένου να διατηρήσουν το ελάχιστο στοιχείο της ταυτότητάς τους – που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η θρησκευτική ταυτότητα (καθώς οι Τουρκοκρητικοί μιλούσαν ελληνικά) – επέλεξαν να φύγουν από τις πόλεις και να ανέβουν στις κορυφές των βουνών. Μια σειρά από θεσμοί, ακαδημαϊκές σχολές, υψηλή τέχνη, η βυζαντινή μουσική και η αρχιτεκτονική χάθηκαν, καθώς ενσωμάτωναν γνώσεις, εμπειρία και παράδοση χιλιάδων ετών. Όσοι Έλληνες διέφυγαν στη Δύση μετέφεραν αυτές τις γνώσεις (κάτι που αποτέλεσε «φοβερό μπόλιασμα» στην Ιταλία). Όσοι έμειναν, έχασαν αυτά τα στοιχεία, διατηρώντας μόνο τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, βασιζόμενο στην ορθόδοξη παράδοση, το δημοτικό τραγούδι και τον τρόπο κοινωνίας μεταξύ των χριστιανών (όπως η έννοια του πανηγυριού, που οι μουσουλμάνοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν).

Γενετική Καταγωγή και Εθνική Συνείδηση

Ο ομιλητής αναφέρθηκε στην επίσκεψή του στο Κιργιστάν, όπου οι κάτοικοι είχαν σαφώς ανατολικά χαρακτηριστικά και δεν έμοιαζαν καθόλου με τους σημερινούς Τούρκους, παρότι είναι οι «αυθεντικοί Τούρκοι». Ο σημερινός πληθυσμός της Τουρκίας δεν σχετίζεται φυλετικά με τα πρώτα τουρκικά φύλα, αλλά αποτελείται από εξισλαμισμένους και εκτουρκισμένους ντόπιους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, δηλαδή Έλληνες, Αρμένιους και Κούρδους. Τα τεστ DNA δείχνουν ότι οι κάτοικοι της Δυτικής Μικράς Ασίας, της Ελλάδας, της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας έχουν τρομακτικά ίδιο DNA.

Ωστόσο, αυτό που καθορίζει τη σχέση μεταξύ των λαών δεν είναι η φυλετική καταγωγή, αλλά η κοινή αντίληψη συλλογικής ταυτότητας και πολιτικών επιδιώξεων. Το παράδειγμα των Γιουγκοσλάβων (Σέρβων, Κροατών, Βόσνιων μουσουλμάνων) δείχνει ότι παρότι ανήκουν στην ίδια γενετική ομάδα και μιλούν συγγενείς διαλέκτους, ενεπλάκησαν σε αιματηρές διαμάχες.

Συνεπώς, η γενετική καταγωγή Ελλήνων και Τούρκων είναι παντελώς αδιάφορη ως προς τις πολιτικές διαφορές των δύο χωρών. Το ελληνικό κράτος δομήθηκε πάνω στην αντίθεση μεταξύ Ελλήνων Ρωμιών και Τούρκων. Το καθοριστικό στοιχείο ήταν και παραμένει η εθνική συνείδηση.

Βασικές Διαφορές και Αντιφάσεις

Σε ορισμένα σημεία, οι δύο λαοί έχουν κοινά στοιχεία, όπως η κουζίνα, και σε ατομικό επίπεδο οι Τούρκοι είναι εξαιρετικά φιλόξενοι, ίσως περισσότερο από τους Έλληνες, ειδικά σε περιοχές που δεν έχουν αγγίξει τον τουρισμό.

Όμως, οι διαφορές εντοπίζονται σε μια σειρά από στοιχεία:

Θρησκευτική Πίστη: Χριστιανοί έναντι Μουσουλμάνων.

Ανάμνηση της Τουρκοκρατίας: Για τους Τούρκους είναι η λαμπρότερη περίοδος της ιστορίας τους, ενώ για τους Έλληνες η πιο μαύρη.

Ιστορική και Πολιτισμική Ταυτότητα: Οι Έλληνες θεωρούν τον εαυτό τους γηγενείς με χιλιάδες χρόνια ιστορία, ενώ οι Τούρκοι εορτάζουν την Άλωση του 1453.

Αντίληψη περί του 1821: Για τους Έλληνες είναι η γέννηση της ελευθερίας, για τους Τούρκους η ανταρσία των αχάριστων απίστων.

Γεγονότα 1919-1922: Για τους Έλληνες είναι η Μικρασιατική Καταστροφή, για τους Τούρκους ο πόλεμος της ανεξαρτησίας.

Δημοκρατική Παράδοση: Η Ελλάδα έχει ένα από τα παλαιότερα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα στον κόσμο (από το 1844), ενώ η Τουρκία ταλανίζεται μεταξύ δικτατόρων και αυταρχικών ηγετών (Κεμάλ, Ερντογάν).

Σχέση με τη Δυτική Ευρώπη: Πολύ στενή για την Ελλάδα, πολύ πιο απόμακρη για την Τουρκία.

Θέση της Γυναίκας: Οι Τούρκοι έχουν έντονα πατριαρχική οικογένεια, ενώ στην Ελλάδα οι γυναίκες έχουν ενεργητικό ρόλο.

Τρόπος Προσλήψεως του Κράτους: Οι Τούρκοι είναι πειθαρχημένοι και αποδέχονται τις κρατικές επιλογές χωρίς αμφισβήτηση (παράδειγμα: τα Σεπτεμβριανά του 1955), κάτι που σχετίζεται με την επιλογή των προγόνων τους να εξισλαμιστούν και να αποδεχτούν τις επιλογές του νέου κράτους. Αντιθέτως, οι Έλληνες είναι κατά κανόνα ισοπεδωτικά αρνητικοί έναντι του ελληνικού κράτους, το οποίο, σε αντίθεση με την Τουρκία, το δημιούργησαν οι ίδιοι οι πρόγονοί τους.

Συνοψίζοντας, οι ξεχωριστές θρησκευτικές, γλωσσικές και ιστορικές επιρροές έχουν διαμορφώσει μοναδικά κάθε κοινωνία. Ο τουρκικός λαός στη συντριπτική του πλειοψηφία υποστηρίζει την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, την εισβολή στην Κύπρο και τις αμφισβητήσεις στο Αιγαίο.

Θεωρίες για την Αιτία της Διαμάχης

Η διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι μια ιστορική διαμάχη.

1. Θεωρία της Ιστορίας και Ψυχολογίας

Η πρώτη θεωρία, που υποστηρίζεται και από τον Tom Barc (όπως ανέφερε ο ομιλητής) και τον Χακάν Φιντάν, λέει ότι οι σημερινές διαφορές οφείλονται κυρίως σε ψυχολογικές αιτίες αντιπαλότητας που ανάγονται στην ιστορία. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα προβλήματα θα ξεπεραστούν εάν ξαναγραφεί η ιστορία και εξωραϊστούν ιστορικά περιστατικά, όπως η τυραννία επί Τουρκοκρατίας (π.χ., η νέα ερμηνεία του παιδομαζώματος ως τρόπος ανεύρεσης εργασίας). Ο Κοραής, πάντως, στα κείμενά του ήταν απίστευτα γλαφυρός για τους τυράνους. Μία συνοδός αντίληψη είναι ότι εξισώνονται οι ευθύνες Ελλάδας και Τουρκίας για τη συγκρουσιακή κατάσταση, όπως η φράση «Εκάμαμεν τζιμείς πολλά» στην Κύπρο.

Αντίλογος: Οι λαοί διαμορφώνουν τη συλλογική τους μνήμη από τις ιστορικές εμπειρίες. Οι αναφορές των Τούρκων είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο πόλεμος της ανεξαρτησίας και το τραύμα της εξέγερσης των Ρωμιών. Οι ελληνικές αναφορές είναι η κλασική Ελλάδα, το Βυζάντιο, το 1821 και τα συλλογικά τραύματα της Άλωσης, της Τουρκοκρατίας και της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η προσπάθεια αναγωγής των σημερινών ελληνοτουρκικών προβλημάτων στην ιστορία και την ψυχολογία είναι ατελέσφορη. Οι στρατιωτικές κατοχές στην Κύπρο, ο χάρτης της «Γαλάζιας Πατρίδας» και η εξαφάνιση της ελληνικής μειονότητας δεν είναι ψυχοπαθολογικές φαντασιώσεις. Εάν τα προβλήματα ήταν ψυχολογικά, θα έπρεπε να υπάρχουν σοβαρότερα ελληνοβουλγαρικά προβλήματα, καθώς με τους Βουλγάρους οι συγκρούσεις ξεκινούν 340 χρόνια πριν τους Τούρκους και εισέβαλαν στην Ελλάδα τρεις φορές τον 20ο αιώνα. Όμως, με τη Βουλγαρία έχουν οικοδομηθεί εξαιρετικές σχέσεις από τη δεκαετία του '70 και μετά.

2. Θεωρία των Εσωτερικών Προβλημάτων και του Εθνικισμού

Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η εθνικιστική Τουρκία προκαλεί εντάσεις για να αποσπάσει την προσοχή των πολιτών της από εσωτερικά προβλήματα (εκμεταλλευόμενη τον έντονο εθνικισμό). Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας πιστεύουν ότι η λύση θα προέλθει από τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας, την ευρωπαϊκή της πορεία και τον εκσυγχρονισμό της, που νομοτελειακά θα την οδηγήσει σε πιο ήπιες αντιδράσεις. Μια παραλλαγή είναι η ανάπτυξη στενών οικονομικών σχέσεων με το αξίωμα ότι «σύνορα που τα διασχίζουν εμπορεύματα, δεν τα διασχίζουν στρατοί».

Αντίλογος: Οι ελληνοτουρκικές εντάσεις υφίστανται σταθερά από τη δεκαετία του 1970, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων ή εκλογικών κύκλων. Αντίστοιχες αντιλήψεις με τον Ερντογάν είχαν και οι κεμαλικοί προκάτοχοί του, παρότι δεν ήταν νεοθωμανιστές. Η εσωτερική πολιτική κατάσταση μπορεί να επηρεάζει τη ρητορική, αλλά δεν είναι η κυρίαρχη επιρροή για την τουρκική στάση. Επίσης, η σχέση μεταξύ δημοκρατικών θεσμών και εθνικισμού δεν είναι απλή, καθώς ένα κράτος μπορεί να είναι απολύτως δημοκρατικό εσωτερικά και ταυτόχρονα εθνικιστικό και επεκτατικό στην εξωτερική του πολιτική (π.χ., Βρετανία στην αποικιακή ακμή, Ισραήλ). Ούτε οι οικονομικές σχέσεις απαραιτήτως βελτιώνουν τις πολιτικές σχέσεις (π.χ., η ελληνική οικονομική επιρροή στα Σκόπια και την Αλβανία δεν μείωσε τις πολιτικές εντάσεις).

3. Θεωρία των Διαπραγματευτικών Λόγων

Η Τουρκία θέτει όλα αυτά τα ζητήματα (π.χ., «γκρίζες ζώνες») επειδή αισθάνεται αδικημένη από τις εξελίξεις μετά το 1923 και πιέζεται από την Ελλάδα. Θέτει ζητήματα για να τα ανταλλάξει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, καθώς δεν μπορεί να δεχθεί το Αιγαίο να γίνει «ελληνική λίμνη».

Αντίλογος: Αυτό το σενάριο δεν έχει επαληθευτεί στην πράξη, καθώς οι διεκδικήσεις της Τουρκίας αυξάνονται. Επίσης, επειδή η Τουρκία έχει θέσει τόσα πολλά θέματα, καμία τουρκική ηγεσία δεν μπορεί να αρχίσει να τα αποσύρει χωρίς να πέσει.

4. Θεωρία της Έμφυτης Επιθετικότητας

Η Τουρκία είναι εκ φύσεως επιθετικό κράτος (είτε λόγω του οθωμανικού παρελθόντος, είτε λόγω των Νεότουρκων/Κεμάλ, είτε λόγω μιας έμφυτης ασιατικής βαρβαρότητας), επομένως θα συνεχίσει να είναι επιθετική έναντι της Ελλάδος. Η μόνη απάντηση σε αυτό είναι η διαρκής στρατιωτική ενίσχυση, ώστε το κόστος μιας επιθετικής ενέργειας να είναι μεγαλύτερο από το όφελος.

Αντίλογος: Παρά την αγορά πανάκριβων οπλικών συστημάτων, η Τουρκία δεν έχει πειστεί για την ανάγκη έντιμου συμβιβασμού. Δυστυχώς, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τέτοιοι έντιμοι συμβιβασμοί γίνονται μετά από εξαιρετικά βίαιες συγκρούσεις, όταν και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι έχουν εξαντληθεί τα προσδοκώμενα οφέλη από έναν πόλεμο (π.χ. Συμφωνίες Camp David μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ).

Το Συμπέρασμα: Η Διευρυνόμενη Διαφορά Στρατηγικής Ισχύος

Η απάντηση ως προς την αιτία της σημερινής διαμάχης οφείλεται στη διευρυνόμενη διαφορά στρατηγικής ισχύος μεταξύ των δύο κρατών, σε συνδυασμό με τον ρόλο που επιλέγει η κάθε χώρα να διαδραματίσει στην Ανατολική Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και στον Εύξεινο Πόντο.

Η Στρατηγική Ισχύς είναι ένα σύνολο παραγόντων που περιλαμβάνει:

Αντικειμενικά και σταθερά στοιχεία (γεωγραφία, πόροι, πληθυσμός, στρατιωτική ικανότητα, οικονομία, τεχνολογική βάση).

Θεσμική ικανότητα ενός κράτους να προσαρμόζεται.

Πολιτική βούληση για επίτευξη στρατηγικών στόχων («think big»).

Οργανωτική ικανότητα του κράτους.

Την πραγματική θέση του κράτους στο διεθνές σύστημα.

Η Ελλάδα έχει σοβαρά γεωγραφικά πλεονεκτήματα: αποτελεί το νότιο άκρο της Βαλκανικής, ελέγχει το θαλάσσιο πέρασμα προς τη Μαύρη Θάλασσα μέσω του Αιγαίου και διαθέτει το μεγαλύτερο λιμάνι της Ανατολικής Μεσογείου. Ωστόσο, το τουρκικό «οικόπεδο» γεωγραφικά έχει μεγαλύτερη αξία, καθώς ελέγχει καλύτερα το πέρασμα προς τη Μαύρη Θάλασσα και συνορεύει με χώρες όπως το Ιράν, το Ιράκ και η Συρία, κάτι που αποτελεί πλεονέκτημα αν θέλει να παίξει τον ρόλο του ακραίου συνόρου.

Η ένταξη της Ελλάδας και της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί πλεονέκτημα, αλλά δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως, καθώς τα άλλα κράτη μέλη συχνά κάμπτουν την αντίληψη περί ηθικής και αρχών λόγω του μεγέθους και της σημασίας της Τουρκίας.

Παρατηρείται μια συνεχής συρρίκνωση του Ελληνισμού εκτός των συνόρων της χώρας (π.χ. Σοβιετική Ένωση, Ρουμανία, Αίγυπτος, Κωνσταντινουπολίτικος Ελληνισμός, Βόρειος Ήπειρος, Ουκρανία). Αντιθέτως, η Τουρκία, μετά την περίοδο συρρίκνωσης που κατέληξε στο σημερινό κράτος (1922), στρέφεται με δυναμισμό πέραν των συνόρων της.

Τα δημογραφικά στοιχεία δείχνουν τη διευρυνόμενη διαφορά:

1928: Ελλάδα 6,2 εκ., Τουρκία 13,65 εκ..

Πέρσι: Ελλάδα 10,25 εκ., Τουρκία περίπου 87 εκ..

Η διαφορά στρατηγικής ισχύος, σε συνδυασμό με τα αντικρουόμενα συμφέροντα, δημιουργεί το πρόβλημα. Σε αυτή τη γεωπολιτική σκακιέρα, η Ελλάδα διαθέτει δύο κρίσιμα ερείσματα: την Κύπρο και το Αιγαίο. Η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο επιτρέπει τον έλεγχο όλων των περασμάτων προς τη Μαύρη Θάλασσα, και ο ελληνικός πληθυσμός της Κύπρου δίνει τη δυνατότητα επαφής με τα κράτη της ευρύτερης περιοχής. Η τουρκική εξωτερική πολιτική προσπαθεί να ακυρώσει αυτά τα δύο ερείσματα.

Λόγω της διαφοράς στρατηγικής ισχύος και των αντικρουόμενων συμφερόντων, δεν μπορεί να υπάρξει έντιμος συμβιβασμός (ούτε μέσω διαλόγου, ούτε με στρατιωτική απειλή, ούτε με εκδημοκρατισμό, ούτε με αύξηση του εμπορίου). Το πρόβλημα έχει επιδεινωθεί, καθώς η Τουρκία έχει μεγεθυνθεί οικονομικά, στρατιωτικά και πληθυσμιακά, καθιστάμενη περιφερειακή δύναμη με ακραίες βλέψεις.

Από όλες τις χώρες που συνορεύουν με την Τουρκία (με την επιφύλαξη του Ισραήλ), μόνο η Ελλάδα έχει θεωρητικά τη δυνατότητα να αποτελέσει εμπόδιο στα νεοθωμανικά οράματα της Τουρκίας. Η Άγκυρα έχει αποφασίσει να εξαλείψει το δυνητικό ελληνικό εμπόδιο, εξ ου και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Επομένως, η Ελλάδα καλείται να αμυνθεί, θέτοντας υψηλούς στρατηγικούς στόχους, ειδάλλως απειλείται να μεταβληθεί σε γεωπολιτικό δορυφόρο της Τουρκίας.

Απαντήσεις σε Ερωτήσεις του Κοινού

Το Δόγμα «Από Βορράν Κίνδυνος» και η Συνθήκη της Λωζάνης

Το δόγμα «Από Βορράν Κίνδυνος» έπαψε να ισχύει τυπικά από το 1976, επί κυβερνήσεως Καραμανλή, με Υπουργό Εθνικής Άμυνας τον Ευάγγελο Αβέρωφ.

Όσον αφορά τη Συνθήκη της Λωζάνης, ο ομιλητής υποστήριξε ότι είναι ένα ιστορικό κείμενο γραμμένο πριν από 102 χρόνια. Το 97% των διατάξεών της δεν έχει καμία σημασία σήμερα (π.χ., διατάξεις για το οθωμανικό χρέος, την επιστροφή αιχμαλώτων). Το μοναδικό που διατηρείται βάσει του διεθνούς δικαίου είναι τα σύνορα και η ονομασία των δύο μειονοτήτων. Η Συνθήκη, ωστόσο, δεν μπόρεσε να προστατεύσει την ελληνική μειονότητα από την καταστροφή, καθώς σήμερα αριθμεί 1.000 άτομα. Η πιθανότητα αναθεώρησης της Λωζάνης είναι αδιάφορη διότι είναι παρωχημένο κείμενο. Τα σύνορα αλλάζουν μόνο μετά από βίαιες συγκρούσεις, και γι' αυτό χρειάζεται ισχυρός στρατός για αποτροπή.

Η ανησυχία του κόσμου για αναθεώρηση πηγάζει από τον φόβο ότι η Τουρκία θέλει να κάνει de facto αλλαγές στο υφιστάμενο status quo. Επειδή η συνθήκη έχει λήξει δυνάμει των διατάξεων της ή για ιστορικούς λόγους, το Διεθνές Δίκαιο (άρθρο 70 παράγραφος 1 της Σύμβασης της Βιέννης) ορίζει ότι δεν θίγεται οποιοδήποτε δικαίωμα ή νομική κατάσταση δημιουργήθηκε από την εφαρμογή της συνθήκης πριν τη λήξη της. Επομένως, η Ελλάδα κρατά ως κόρη οφθαλμού τα σύνορα που δημιουργήθηκαν το 1923, τα οποία συνεχίζουν να ισχύουν βάσει του διεθνούς δικαίου.

Ένα τρίτο σημείο της Λωζάνης που μας ενδιαφέρει είναι οι περιορισμοί στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και στους άνδρες στα ανατολικά νησιά του Αιγαίου. Αυτό αποτελεί αντικειμενικό πρόβλημα, καθώς αν η Τουρκία προσφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την τοποθέτηση πυραύλων, η Ελλάδα θα βρεθεί σε δύσκολη θέση. Ο ομιλητής πρότεινε ότι πρέπει να ροκανίζεται εκ των προτέρων η Συνθήκη, εξηγώντας ότι πρόκειται για ιστορικού χαρακτήρα κείμενο που δεν έχει σημασία σήμερα. Χαρακτηριστικά, η Συνθήκη αναφέρει ότι ο οπλισμός των ανδρών στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη περιλαμβάνει «σπάθη» και «τέσσερα οπλοπολυβόλα ανά 100 άνδρες», στοιχεία που αφορούν το 1923.

Οικονομικές Σχέσεις και Καλώδια

Σε ερώτηση για το αν το ισοζύγιο Ελλάδας-Τουρκίας είναι αρνητικό, ο ομιλητής απάντησε ότι παραδόξως δεν είναι αρνητικό, καθώς η Ελλάδα βγάζει χρήματα από το εμπόριο. Ωστόσο, υπάρχουν προβλήματα, όπως οι περιορισμοί που έχει επιβάλει η Τουρκία σε επεξεργασμένα ελληνικά τρόφιμα, επικαλούμενη τη συνθήκη της τελωνειακής ένωσης.

Σχετικά με την πόντιση οπτικών ινών, η πόντιση καλωδίων είναι ελευθερία των ανοιχτών θαλασσών βάσει του διεθνούς δικαίου και κανένας δεν μπορεί να την εμποδίσει. Η κίνηση της Τουρκίας στην Κάσο για παρεμπόδιση ήταν ακραία επιθετική και παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Η Τουρκία αντιτίθεται στην αδειοδότηση καλωδίων στην περιοχή, καθώς η χορήγηση άδειας θα σήμαινε αποδοχή ότι η περιοχή ανήκει στην Τουρκία.

EastMed και Εξωτερική Πολιτική

Ο αγωγός EastMed αντιμετωπίζει πολλά τεχνικά προβλήματα (προκλήσεις), καθώς θα είναι ο βαθύτερος αγωγός που υπάρχει, με κίνδυνο το φυσικό αέριο να παγώσει, απαιτώντας ειδικά συστήματα. Ένα σχέδιο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ίσως να ήταν η μεταφορά υδρογόνου σε επόμενη φάση. Ο βασικός λόγος που το σχέδιο θεωρείται δύσκολο είναι διότι δεν έχει βρεθεί κάποια μεγάλη δεξαμενή υδρογονανθράκων για να τροφοδοτήσει το σύστημα.

Σχετικά με την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, ο ομιλητής σημείωσε ότι η χώρα προσδιορίζεται σαφώς από τη σχέση της με τους Δυτικούς, Ευρωπαίους και Αμερικανούς. Ωστόσο, σε θέματα που άπτονται της εθνικής κυριαρχίας, η Ελλάδα είναι βέβαιο ότι θα αντιδράσει, ό,τι και να πουν οι Αμερικανοί, όπως έχει γίνει και στο παρελθόν, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο όταν αγγίζεται ο πυρήνας.

Ανάπτυξη Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας

Σε ερώτηση για την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, ο ομιλητής εξέφρασε αισιοδοξία. Πλέον έχει γίνει κατανοητό ότι η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν εμπλακεί σε μια διαμάχη εξοπλισμών, με την Τουρκία να δίνει περισσότερα χρήματα στην τουρκική πολεμική βιομηχανία και την Ελλάδα στους Δυτικούς. Έχει περάσει νόμος που ορίζει ότι από ό,τι αγοράζεται, το 25% θα παράγεται στην Ελλάδα, ή θα αφορά μεταφορά τεχνογνωσίας έως 25%.

Επιπλέον, ο ρόλος των drones έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου (παράδειγμα: Ουκρανία). Η αλλαγή αυτή δίνει τη δυνατότητα στην ελληνική αμυντική βιομηχανία να σταθεί στα πόδια της, σε συνδυασμό με την έμφαση που δίνει πλέον η Ευρώπη στην αμυντική βιομηχανία, επιτρέποντας τη λήψη χρημάτων από εκεί.

Εγγραφή στο ενημερωτικό

Διάβασε Επίσης

Περισσότερα άρθρα:

Υπογραφή

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια

Ρωτήστε για θέματα του blog
Agnostizoi AI - Βοηθός Blog
Γεια σας! Ρωτήστε με για οποιοδήποτε θέμα από το blog agnostizoi.com 📚