«Θα τα αλλάξω όλα»: Το πιο επικίνδυνο σύνθημα της πολιτικής
Κάθε φορά που εμφανίζεται ένα νέο πολιτικό εγχείρημα –ή ένας εν ενεργεία πολιτικός που αυτοπαρουσιάζεται ως «νέα αρχή»– με λέξεις όπως «κάθαρση», «ξεβρόμισμα», «να φύγει το παλιό», «θα τα αλλάξω όλα», οφείλουμε να σταματήσουμε και να σκεφτούμε.
Όχι από συντηρητισμό, ούτε από φόβο της αλλαγής, αλλά από ιστορική μνήμη. Γιατί αυτή η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Έχει παρελθόν. Και το παρελθόν της δεν είναι δημοκρατικό.Όταν η «κάθαρση» γίνεται απειλή: Λίγες σκέψεις για τον αυταρχισμό που ντύνεται αλλαγή
Η πολιτική, σε μια δημοκρατία, δεν λειτουργεί με όρους ηθικής εξόντωσης. Δεν χωρίζει την κοινωνία σε «καθαρούς» και «μιαρούς», ούτε υποκαθιστά τις θεσμικές διαδικασίες με συναισθηματικά καλέσματα. Όταν όμως ο λόγος μετατρέπεται σε γλώσσα «κάθαρσης», τότε η πολιτική παύει να είναι διαχείριση συγκρουόμενων συμφερόντων και γίνεται σταυροφορία. Και οι σταυροφορίες δεν γνωρίζουν όρια.
Η ιστορία προσφέρει άφθονα παραδείγματα όπου η ρητορική της «κάθαρσης» παρουσιάστηκε ως αναγκαία θεραπεία για μια κοινωνία σε κρίση. Στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, αλλά και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής αργότερα, η υπόσχεση της συνολικής ανανέωσης συνοδεύτηκε από τη δαιμονοποίηση του «παλιού», του «διεφθαρμένου», του «ανίκανου». Το αποτέλεσμα δεν ήταν η δημοκρατική ανασυγκρότηση, αλλά η αναστολή της. Οι θεσμοί θεωρήθηκαν εμπόδιο, η αντιπολίτευση βαρίδι, η κριτική πολυτέλεια. Και πάντα, στο όνομα του «επείγοντος», η εξουσία συγκεντρώθηκε σε λίγα χέρια.
Το κοινό νήμα σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν η ιδεολογία, αλλά η μέθοδος: απλουστευτικά διλήμματα, προσωποκεντρικές λύσεις, και μια κοινωνία που κλήθηκε να διαλέξει όχι ανάμεσα σε πολιτικές, αλλά ανάμεσα σε «σωτηρία» και «καταστροφή».
Το κενό περιεχόμενο πίσω από την υπόσχεση
Το πρώτο ανησυχητικό στοιχείο είναι η απουσία συγκεκριμένου περιεχομένου. Τι σημαίνει «θα τα αλλάξω όλα»; Ποια ακριβώς «όλα»; Με ποια εργαλεία, ποιο χρονοδιάγραμμα, ποιες κοινωνικές συμμαχίες, ποιο κόστος και για ποιους; Όταν αυτές οι ερωτήσεις δεν απαντώνται, τότε η υπόσχεση δεν είναι πολιτική πρόταση· είναι αίτημα λευκής επιταγής. Και η λευκή επιταγή στην πολιτική είναι πάντα επικίνδυνη.
Η δημοκρατία βασίζεται στο μερικό, στο συγκεκριμένο, στο ελέγξιμο. Οι μεγάλες αλλαγές δεν γίνονται με μια κίνηση, ούτε από έναν άνθρωπο. Γίνονται με συγκρούσεις, με διαπραγματεύσεις, με θεσμικά αντίβαρα, με κοινωνική συμμετοχή. Όποιος υπόσχεται συνολική ανατροπή χωρίς να περιγράφει μηχανισμούς, στην πραγματικότητα δεν υπόσχεται αλλαγή· υπόσχεται συγκέντρωση εξουσίας.
Εδώ εμφανίζεται και το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο: η προσωπολατρία. Όταν ένα πολιτικό εγχείρημα δεν στηρίζεται σε συλλογικό πρόγραμμα αλλά σε ένα πρόσωπο που «θα βάλει τάξη», τότε δεν μιλάμε για πολιτική κίνηση αλλά για προσωπικό εγχείρημα ισχύος. Η ιστορία δείχνει ότι τέτοιες κινήσεις δεν γεννιούνται από τα κάτω. Συνήθως προωθούνται από ισχυρά μιντιακά και οικονομικά κέντρα που αναζητούν ελεγχόμενη ανανέωση του συστήματος, όχι ανατροπή του.
Ο ρόλος των ΜΜΕ και των οικονομικών κέντρων
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης σε τέτοιες πολιτικές στιγμές. Η υπερπροβολή ενός προσώπου ως «διαφορετικού», «αυθεντικού», «αντισυστημικού» δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Τα ΜΜΕ, ειδικά όταν συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με οικονομικά συμφέροντα, δεν επενδύουν σε πολιτικά εγχειρήματα που απειλούν πραγματικά τη δομή ισχύος. Επενδύουν σε αφηγήματα διαχείρισης της δυσαρέσκειας.
Ο «αγανακτισμένος σωτήρας» λειτουργεί συχνά ως βαλβίδα εκτόνωσης: απορροφά την κοινωνική οργή, την προσωποποιεί, την αποπολιτικοποιεί. Αντί η συζήτηση να στραφεί σε πολιτικές ευθύνες, σε οικονομικές δομές, σε διαχρονικές επιλογές, μεταφέρεται στο ύφος, στο ταμπεραμέντο, στην «αποφασιστικότητα» ενός προσώπου. Έτσι, η ουσία χάνεται μέσα στο θέαμα.
Ας είμαστε ειλικρινείς: όσοι πραγματικά επωφελούνται από την υπάρχουσα κατάσταση δεν έχουν κανένα συμφέρον να «ξεβρομίσει» η χώρα. Έχουν όμως συμφέρον να αλλάξει ο διαχειριστής, όχι το σύστημα. Έναν διαχειριστή που εμφανίζεται ως αντισυστημικός, αλλά δεν απειλεί τις βασικές σχέσεις εξουσίας. Και αυτός ο τύπος πολιτικού συχνά απολαμβάνει δυσανάλογη προβολή, θετική κάλυψη και «κατανόηση» από μέσα που κατά τα άλλα κατακεραυνώνουν κάθε πραγματικά ενοχλητική φωνή.
Η ηθικοποίηση της πολιτικής ως δρόμος προς την αυθαιρεσία
Το τρίτο και ίσως πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι η ηθικοποίηση της πολιτικής. Όταν το πρόβλημα δεν παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα δομών, πολιτικών επιλογών και συμφερόντων, αλλά ως προϊόν «κακών ανθρώπων», τότε η λύση δεν είναι η μεταρρύθμιση αλλά η απομάκρυνση. Και όταν η απομάκρυνση γίνεται κεντρικό πολιτικό αίτημα, ανοίγει ο δρόμος για αυθαιρεσία. Γιατί όποιος ορίζει ποιος είναι «βρώμικος», ορίζει και ποιος δικαιούται να μιλά.
Ο αυταρχισμός σπάνια έρχεται με πραξικόπημα. Συνήθως έρχεται με χειροκρότημα. Με την κοινωνία κουρασμένη, απογοητευμένη, πρόθυμη να παραδώσει κρίση και ευθύνη σε κάποιον που «θα τα αναλάβει όλα». Κι έτσι, σιγά σιγά, οι θεσμοί αδειάζουν από περιεχόμενο, όχι επειδή καταργούνται, αλλά επειδή παρακάμπτονται.
Η πραγματική πολιτική αλλαγή δεν χρειάζεται γλώσσα εξόντωσης. Δεν χρειάζεται εχθρούς για να υπάρξει. Χρειάζεται σχέδιο, συγκρούσεις με ονοματεπώνυμο, κοινωνική συμμετοχή και –κυρίως– αποδοχή ελέγχου. Όποιος ζητά πίστη αντί για λογοδοσία, όποιος ζητά χειροκρότημα πριν παρουσιάσει συγκεκριμένες πολιτικές, δεν έρχεται να αλλάξει τη χώρα. Έρχεται να αλλάξει θέση μέσα σε αυτήν.
Γιατί ο αυταρχισμός γίνεται αποδεκτός
Ο αυταρχισμός δεν επιβάλλεται μόνο από πάνω· συχνά ζητείται και από κάτω. Σε περιόδους παρατεταμένης κρίσης, θεσμικής απαξίωσης και κοινωνικής κόπωσης, η δημοκρατική διαδικασία αρχίζει να φαίνεται αργή, περίπλοκη, αναποτελεσματική. Τότε εμφανίζεται η νοσταλγία της «απλής λύσης», της ισχυρής απόφασης, του ανθρώπου που «δεν θα ρωτάει πολλά».
Αυτό όμως ακριβώς είναι το σημείο καμπής. Όταν η κοινωνία αρχίζει να θεωρεί την πολυφωνία πρόβλημα και τον έλεγχο εμπόδιο, τότε η δημοκρατία δεν καταλύεται με βία — αποσύρεται σιωπηλά. Και όταν αργότερα γίνεται αντιληπτό τι χάθηκε, συνήθως είναι ήδη αργά. Και αυτό δεν είναι ανανέωση. Είναι απλώς μια άλλη μορφή αυταρχισμού, με πιο μοντέρνα ρητορική.
Η πολιτική ωριμότητα μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πόσο δυνατά χειροκροτεί την υπόσχεση της αλλαγής, αλλά από το πόσο απαιτητικά ρωτά πώς θα γίνει αυτή η αλλαγή. Όσο λιγότερες απαντήσεις δίνονται, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η καχυποψία. Γιατί στην πολιτική, τα κενά δεν μένουν κενά· γεμίζουν με εξουσία.

0 Σχόλια