Όταν η «αντισυστημικότητα» φοβάται τον έλεγχο
Υπάρχει μια στιγμή όπου η πολιτική ρητορική παύει να είναι απλώς υπερβολική και αρχίζει να αποκαλύπτει νοοτροπία. Είναι η στιγμή που όσοι αυτοπαρουσιάζονται ως «αντισυστημικοί», ως άνθρωποι που δήθεν θα γκρεμίσουν το σάπιο πολιτικό σύστημα, ενοχλούνται όχι από τη διαφθορά, αλλά από τον ίδιο τον έλεγχο.
Εκεί καταλαβαίνεις ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο το σύστημα· είναι και όσοι θέλουν απλώς να πάρουν τη θέση του. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να αλλάξει ο διαχειριστής, αλλά να αλλάξουν οι κανόνες, οι πρακτικές και η κουλτούρα που επιτρέπουν την κατάχρηση εξουσίας. Όταν η «αντισυστημική» ταυτότητα λειτουργεί σαν ασπίδα απέναντι σε κάθε ερώτηση, τότε δεν μιλάμε για ρήξη, αλλά για προετοιμασία αντικατάστασης.Σε μια κοινωνία που έχει πληρώσει ακριβά τη διαπλοκή, τα σκάνδαλα και την ατιμωρησία, η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια ούτε επικοινωνιακό εργαλείο. Είναι στοιχειώδης υποχρέωση. Και μάλιστα όχι ως σύνθημα, αλλά ως καθημερινή πρακτική: καθαρές διαδικασίες, καθαροί λογαριασμοί, καθαρές εξηγήσεις. Ειδικά για εκείνους που μπήκαν στον δημόσιο χώρο πατώντας πάνω σε ένα βαθιά τραγικό γεγονός, μετατρέποντας τον συλλογικό πόνο σε πολιτικό αφήγημα και την αγανάκτηση σε προσωπικό κεφάλαιο. Όταν επενδύεις στον πόνο, δεν δικαιούσαι ασυλία. Αντίθετα, οφείλεις να είσαι διπλά καθαρός. Γιατί ακριβώς επειδή το ηθικό φορτίο είναι βαρύ, η ευθύνη λογοδοσίας γίνεται ακόμη βαρύτερη. Η κοινωνία μπορεί να συγκινείται, αλλά δεν πρέπει να παραιτείται από την κριτική της σκέψη.
Κι όμως, βλέπουμε το αντίθετο. Μετά από επώνυμη και απολύτως θεσμική καταγγελία στην ΑΑΔΕ, ζητείται έλεγχος στον σύλλογο που οι ίδιοι δημιούργησαν. Όχι από σκοτεινά κέντρα, όχι από ανώνυμους λογαριασμούς, αλλά μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Και η αντίδραση δεν είναι η αυτονόητη διάθεση συνεργασίας, αλλά ενόχληση, άρνηση και μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ο έλεγχος ως επίθεση. Σαν να είναι αυτονόητο ότι η «καλή πρόθεση» αρκεί, και ότι κάθε θεσμικό φίλτρο αποτελεί ύποπτη πράξη. Όμως σε μια κανονική δημοκρατία, η καλή πρόθεση δεν αντικαθιστά την τεκμηρίωση, και η εικόνα δεν αντικαθιστά τη διαδικασία. Το να ζητάς έλεγχο δεν σημαίνει ότι έχεις ήδη καταδικάσει· σημαίνει ότι απαιτείς να μην υπάρχουν “τυφλά σημεία”.
Θεμέλιο εμπιστοσύνης
Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Ο έλεγχος δεν είναι δίωξη και δεν είναι προσβολή. Είναι θεμέλιο εμπιστοσύνης. Αντιθέτως, συχνά είναι και προστασία: προστατεύει και τον ελεγχόμενο από σκιές, φήμες και υπαινιγμούς, ακριβώς επειδή βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Όποιος διαχειρίζεται χρήμα, δωρεές, κύρος ή πολιτική επιρροή, οφείλει να ελέγχεται. Και όποιος φιλοδοξεί να μπει στην πολιτική, οφείλει να αντέχει ελέγχους πολύ αυστηρότερους από εκείνους ενός απλού πολίτη. Αυτό δεν είναι “στοχοποίηση”, είναι το τίμημα της δημόσιας παρουσίας και της εξουσίας. Αν δεν αντέχει, τότε ίσως δεν είναι έτοιμος για τον ρόλο που διεκδικεί. Γιατί η εξουσία, ακόμη και η άτυπη, δεν κρίνεται από τις προθέσεις που δηλώνεις, αλλά από τη συμπεριφορά που δείχνεις όταν δοκιμάζεσαι.
Ακόμη πιο ανησυχητικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η κριτική. Όποιος ζητά λογοδοσία βαφτίζεται «εχθρός», «υπονομευτής» ή «συστημικός». Όποιος δεν χειροκροτεί άκριτα, απαξιώνεται και προσβάλλεται. Έτσι όμως χτίζονται κλειστές “φυσαλίδες” οπαδών, όχι ώριμες κοινωνικές πρωτοβουλίες. Και έτσι γεννιέται μια επικίνδυνη συνθήκη: το να έχεις ερωτήσεις θεωρείται προδοσία, το να έχεις επιφυλάξεις θεωρείται κακία, το να ζητάς στοιχεία θεωρείται επίθεση. Αυτή όμως δεν είναι αντισυστημική στάση. Είναι η ίδια αυταρχική λογική που χαρακτήριζε το παλιό πολιτικό σύστημα, απλώς με διαφορετικό λεξιλόγιο και νέο προσωπείο. Στην πράξη, είναι η λογική “εγώ είμαι το καλό, άρα δεν ελέγχομαι”, που πάντα οδηγεί σε θεσμική παρακμή.
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με συναισθηματικούς εκβιασμούς. Δεν λειτουργεί με το επιχείρημα ότι «λόγω πόνου» ή «λόγω αγώνα» κάποιος βρίσκεται υπεράνω ελέγχου. Ο πόνος εξηγεί πολλά, αλλά δεν νομιμοποιεί τα πάντα. Αντίθετα, λειτουργεί με κανόνες, θεσμούς και λογοδοσία. Και αυτοί οι κανόνες ισχύουν για όλους, ειδικά για όσους διεκδικούν δημόσιο ρόλο και πολιτική επιρροή. Το να είσαι “απέναντι στο σύστημα” δεν σε βάζει αυτόματα “υπέρ της δημοκρατίας”· αυτό αποδεικνύεται από το πώς σέβεσαι τις διαδικασίες, πώς απαντάς σε ερωτήσεις και πώς διαχειρίζεσαι τη διαφωνία. Άλλωστε, ο πυρήνας της δημοκρατίας δεν είναι να συμφωνούμε όλοι, αλλά να υπάρχουν μηχανισμοί που κάνουν τη συμφωνία μη αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρχει δικαιοσύνη.
Δεν είμαστε ούτε αφελείς ούτε αμνήμονες. Έχουμε δει αρκετούς «σωτήρες» να μιλούν στο όνομα της κοινωνίας και να καταλήγουν να αναπαράγουν τις ίδιες παθογένειες που υποτίθεται ότι πολεμούσαν. Έχουμε δει κινήσεις να ξεκινούν με υψηλές υποσχέσεις και να καταλήγουν σε προσωπολατρία, σε μηχανισμούς προστασίας “ημετέρων”, σε επίθεση προς κάθε αντίλογο. Έχουμε μάθει ότι όποιος αντιδρά υστερικά στον έλεγχο, συνήθως φοβάται όχι την αδικία, αλλά την απώλεια ελέγχου. Και όταν κάποιος φοβάται να ελεγχθεί, συνήθως δεν τον ενοχλεί η αδιαφάνεια ως αρχή· τον ενοχλεί που αυτή η αδιαφάνεια δεν είναι πλέον αποκλειστικά δική του. Εκεί ακριβώς γεννιέται ο κίνδυνος να ανακυκλωθεί το ίδιο μοντέλο, απλώς με νέα ονόματα και νέο αφήγημα.
Το πραγματικό ερώτημα
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: θέλουμε μια νέα πολιτική κουλτούρα βασισμένη στη διαφάνεια και τη λογοδοσία ή απλώς νέους διαχειριστές της ίδιας νοοτροπίας; Θέλουμε θεσμούς που να λειτουργούν για όλους ή “εξαιρέσεις” για όσους μιλούν πιο δυνατά και συγκινούν πιο εύκολα; Γιατί αν η «αντισυστημικότητα» καταρρέει μπροστά σε έναν θεσμικό έλεγχο, τότε δεν πρόκειται για ανατροπή του συστήματος. Πρόκειται για την πιο ύπουλη μορφή ανακύκλωσής του. Και τελικά, το πιο ειρωνικό είναι ότι όσοι υπόσχονται “κάθαρση” δοκιμάζονται ακριβώς στην κάθαρση: στην ικανότητα να αντέξουν τη διαφάνεια χωρίς να την βαφτίσουν διωγμό.

0 Σχόλια