Η αθέατη αδικία πίσω από το επίδομα των ανασφάλιστων υπερηλίκων
Του αναγνώστη: Ε.Ρ.
Υπάρχει μια μερίδα συμπολιτών μας, σκορπισμένη σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, που ζει σε μια σχεδόν αόρατη φτώχεια. Ανθρωποι που δεν κάνουν θόρυβο, δεν διαδηλώνουν, δεν απαιτούν. Απλώς προσπαθούν να επιβιώσουν, μέρα με τη μέρα, με ένα ποσό που δεν φτάνει ούτε για τα βασικά της πρώτης δεκαήμερης του μήνα. Πρόκειται για τους δικαιούχους του Επιδόματος Ανασφάλιστων Υπερηλίκων, μια κατηγορία πολιτών που το κράτος επίσημα «βοηθά», αλλά στην πραγματικότητα συστηματικά αγνοεί και κακομεταχειρίζεται.
Και το χειρότερο; Υπάρχει μια ρητορική, ευρέως διαδεδομένη σε κοινωνικές συζητήσεις και πολιτικά τραπέζια, που τους παρουσιάζει ως ανθρώπους που «δεν φρόντισαν για το μέλλον τους». Σαν να ήταν αμελείς, σαν να φταίνε οι ίδιοι. Αυτή η αφήγηση δεν είναι απλώς άδικη. Είναι ιστορικά ανακριβής και βαθύτατα επικίνδυνη.
Η ιστορική παγίδα της μαύρης εργασίας
Για να καταλάβει κανείς πώς φτάσαμε εδώ, χρειάζεται να γυρίσει λίγες δεκαετίες πίσω. Σε μια Ελλάδα όπου το κράτος ήταν ελάχιστα ή και καθόλου παρόν στον έλεγχο της αγοράς εργασίας. Σε μια εποχή που η ανασφάλιστη εργασία δεν ήταν η εξαίρεση, ήταν ο κανόνας.
Σε δεκάδες επαγγέλματα και κλάδους, από τη γεωργία και την οικοδομή μέχρι το εμπόριο και τις μικρές βιοτεχνίες, το σκηνικό ήταν πάντα το ίδιο. Ο εργοδότης έθετε τους όρους, και ο εργαζόμενος είτε τους δεχόταν είτε έμενε άνεργος. «Αν θέλεις μεροκάματο, μόνο μαύρα», αυτή ήταν η πρόταση. Δεν ήταν διαπραγμάτευση. Ήταν εκβιασμός.
Και η πλευρά του κράτους; Απούσα. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί ήταν ανύπαρκτοι ή αναποτελεσματικοί. Οι επιθεωρητές εργασίας ελάχιστοι, οι κυρώσεις στους εργοδότες σπάνιες έως ανύπαρκτες. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εργαζόμενος, που δεν είχε ούτε τη νομική γνώση ούτε την οικονομική δύναμη να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, έμενε στο απυρόβλητο. Δούλευε. Αλλά χωρίς ένσημα. Χωρίς σύνταξη στο τέλος.
Πέρα από αυτό, υπήρξαν αμέτρητες περιπτώσεις όπου η ίδια η φύση της εργασίας καθιστούσε αδύνατη τη συμπλήρωση ενσήμων. Η απλήρωτη οικογενειακή εργασία, κυρίως από γυναίκες, ήταν αόρατη στα βιβλία. Η αγροτική εργασία σε μικρά κτήματα δεν καταγραφόταν πουθενά. Εποχικές δουλειές, μεταναστεύσεις, οικονομικές κρίσεις και πολιτικές ανακατατάξεις έκαναν το παζλ της ασφάλισης αδύνατο να συμπληρωθεί για χιλιάδες ανθρώπους. Και αυτά δεν ήταν επιλογές. Ήταν συνθήκες.
Γιατί αυτή η μεταχείριση είναι κατάφωρη αδικία
Ας μπούμε στην ουσία. Ας αφήσουμε κατά μέρος τις αφηρημένες ηθικολογίες και ας δούμε το ζήτημα ξεκάθαρα, από τη σκοπιά της λογικής και της αξιοπρέπειας.
Όλοι οι πολίτες έχουν προσφέρει
Κάθε ανασφάλιστος υπερήλικας που ζει σήμερα σε αυτή τη χώρα έχει συμβάλει σε αυτήν. Επί δεκαετίες πλήρωνε έμμεσους φόρους σε κάθε αγορά που έκανε. Ψώνιζε από την εγχώρια αγορά, στήριζε μικρές επιχειρήσεις, συνέβαλε στο ΑΕΠ της χώρας. Το κράτος εισέπραττε από αυτούς σε κάθε γύρισμα, σε κάθε καθημερινή συναλλαγή. Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα να δώσει πίσω, αυτό που ονομάζει «βοήθεια» είναι ένα ποσό που δεν φτάνει για να ζήσει κανείς με έστω και στοιχειώδη αξιοπρέπεια.
Η μετακύλιση της κρατικής ευθύνης
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη υποκρισία του συστήματος. Το κράτος απέτυχε παταγωδώς να πατάξει τη μαύρη εργασία για δεκαετίες. Δεν έλεγξε τους εργοδότες, δεν προστάτευσε τους εργαζόμενους, δεν δημιούργησε τις συνθήκες εκείνες που θα έκαναν την ασφαλισμένη εργασία καθολικό κανόνα. Και τώρα; Τιμωρεί τους εργαζόμενους για την αποτυχία των δικών του ελεγκτικών μηχανισμών. Αυτό δεν είναι απλώς άδικο. Είναι πρακτικά εκτός κάθε ηθικής λογικής.
Το κόστος της αξιοπρεπούς διαβίωσης σήμερα
Ζούμε σε μια εποχή άγριου πληθωρισμού. Τα τρόφιμα, η ενέργεια, τα φάρμακα, το ενοίκιο, όλα έχουν εκτιναχθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, το τρέχον επίδομα που λαμβάνουν οι ανασφάλιστοι υπερήλικες δεν είναι «λίγο». Είναι μια κοροϊδία. Είναι ένα ποσό που δείχνει ξεκάθαρα ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζονται ως πολίτες με δικαιώματα, αλλά ως αποδέκτες μιας φιλανθρωπίας που χορηγείται με το σταγονόμετρο.
Η «Παγίδα Φτώχειας» που χτίζει ο ίδιος ο νόμος
Αν οι παραπάνω αδικίες ακούγονται σκληρές, αυτό που θα αναφέρω τώρα είναι εντελώς παράλογο — και ωστόσο αληθινό.
Το ισχύον νομικό πλαίσιο απαγορεύει στους δικαιούχους να έχουν το παραμικρό επιπλέον νόμιμο εισόδημα. Σκεφτείτε το αυτό. Αν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, που παίρνει αυτό το ελάχιστο επίδομα, αποφασίσει να κάνει μερικές ώρες νόμιμης εργασίας, για να αγοράσει τα φάρμακά του, για να πληρώσει τον λογαριασμό του ρεύματος, το κράτος τον τιμωρεί. Του κόβει αμέσως το επίδομα.
Δηλαδή, το σύστημα που υποτίθεται ότι τον προστατεύει, στην πραγματικότητα τον φυλακίζει στη φτώχεια. Του λέει: «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να βελτιώσεις την κατάστασή σου. Ή ζεις με αυτό που σου δίνουμε, ή χάνεις και αυτό».
Και η σκοτεινή ειρωνεία ολοκληρώνεται εδώ: αντί το σύστημα να ενθαρρύνει τη νόμιμη, δηλωμένη εργασία, σπρώχνει αναγκαστικά αυτούς τους ανθρώπους πίσω στη μαύρη αγορά. Γιατί αν δουλέψουν αδήλωτα, δεν χάνουν το επίδομα. Αν δουλέψουν νόμιμα, το χάνουν. Ποια λογική κρύβεται πίσω από αυτό; Καμία. Είναι ένας νόμος που καταπολεμά τη νόμιμη εργασία και επιβραβεύει την παραοικονομία. Ακριβώς το αντίθετο από ό,τι θα έπρεπε.
Τι πρέπει να αλλάξει και γιατί είναι επείγον
Η αξιοπρέπεια στην τρίτη ηλικία δεν είναι ελεημοσύνη. Δεν είναι χάρη που κάνει κανείς σε κάποιον. Είναι ο ορισμός ενός πολιτισμένου κράτους. Είναι ο καθρέφτης στον οποίο μια κοινωνία βλέπει τι πραγματικά αξίζει.
Η Πολιτεία οφείλει να σταματήσει να εθελοτυφλεί. Και δεν αρκούν οι συμβολικές κινήσεις ή οι προεκλογικές εξαγγελίες που ξεχνιούνται την επόμενη μέρα. Χρειάζονται συγκεκριμένες, τολμηρές και άμεσες παρεμβάσεις:
Πρώτον, άμεση και ουσιαστική αύξηση του επιδόματος, σε επίπεδο που να αντικατοπτρίζει τη σημερινή πραγματικότητα του κόστους ζωής. Δεν γίνεται να μιλάμε για αξιοπρέπεια και να δίνουμε ποσά που δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά.
Δεύτερον, θέσπιση ενός λογικού ορίου συμβατού εισοδήματος. Μέσω εργοσήμου ή άλλου εργαλείου, οι δικαιούχοι πρέπει να μπορούν να κάνουν μια μικρή, νόμιμη, δηλωμένη εργασία χωρίς να χάνουν αμέσως την προστασία τους. Αυτό δεν κοστίζει, αντίθετα, φέρνει εισοδήματα στην εφορία και ανθρώπους πίσω στη νομιμότητα.
Τρίτον, αναγνώριση της ιστορικής ευθύνης του κράτους. Αν μια κοινωνία δεν μπορεί να κοιτάξει με ειλικρίνεια το παρελθόν της και να αναγνωρίσει τα λάθη των θεσμών της, δεν μπορεί να προχωρήσει. Οι ανασφάλιστοι υπερήλικες δεν χρωστούν σε κανέναν εξηγήσεις. Το κράτος χρωστά σε αυτούς δικαιοσύνη.
Κλείνοντας: το ζήτημα είναι επιλογή
Συχνά ακούμε πως «δεν υπάρχουν χρήματα». Αλλά τα χρήματα βρίσκονται πάντα όταν υπάρχει πολιτική βούληση. Βρίσκονται για επιδοτήσεις, για προγράμματα, για εκατοντάδες δαπάνες που θεωρούνται «απαραίτητες». Η μεταχείριση των πιο ευάλωτων πολιτών είναι επιλογή και αυτή η επιλογή λέει πολλά για τις προτεραιότητες ενός πολιτικού συστήματος.
Οι ανασφάλιστοι υπερήλικες δεν ζητούν πολυτέλειες. Ζητούν να φτάνουν τα φάρμακά τους μέχρι το τέλος του μήνα. Ζητούν να μην επιλέγουν ανάμεσα στο φαγητό και τη θέρμανση. Ζητούν να μπορούν να κοιτάνε τα παιδιά και τα εγγόνια τους στα μάτια χωρίς να νιώθουν ότι είναι βάρος.
Αυτό δεν είναι πολύ. Για μια χώρα που λέει ότι σέβεται τους πολίτες της, αυτό είναι το ελάχιστο.


0 Σχόλια
0 Σχόλια