Η επιλεκτική μνήμη, η πολιτική υποκρισία και το «βολικό» φταίξιμο στον Καραμανλή
Η εμμονή των ακραιφνών Μητσοτακικών να φορτώνουν τη χρεοκοπία της χώρας αποκλειστικά στον Κώστα Καραμανλή δεν είναι ούτε αθώα ούτε τυχαία. Πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή, που εξυπηρετεί ένα πολύ συγκεκριμένο αφήγημα: να απαλλαγούν όλοι οι υπόλοιποι από τις ευθύνες τους και να παρουσιαστεί η ιστορία της κρίσης ως ένα μονοπρόσωπο έγκλημα, με έναν και μόνο ένοχο.
Σε αυτή την προσπάθεια συναντώνται πρόθυμα ο Γιώργος Παπανδρέου και μεγάλα τμήματα του ΠΑΣΟΚ, κυρίως της σημιτικής σχολής – εκείνης που άφησε πίσω της ένα κράτος δημοσιονομικά εκτροχιασμένο, αλλά βαφτισμένο «ισχυρή Ελλάδα». Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί από αυτούς τους ίδιους ανθρώπους σήμερα βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης ή επιρροής στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Το αφήγημα είναι κοινό, γιατί τα συμφέροντα και οι ενοχές είναι κοινές.
Ας μιλήσουμε καθαρά
Ας μιλήσουμε καθαρά. Ο Κώστας Καραμανλής έχει ευθύνες. Μεγάλες. Δεν διέγνωσε εγκαίρως το μέγεθος και την ταχύτητα της επερχόμενης χρεοκοπίας. Δεν προετοίμασε την κοινωνία για το τι ερχόταν. Δεν τόλμησε να συγκρουστεί ανοιχτά με το κυρίαρχο μοντέλο των παροχών χωρίς αντίκρισμα, του δανεικού χρήματος και της πολιτικής ευκολίας. Δεν προχώρησε έγκαιρα σε ένα γενναίο σχέδιο οικονομικού συμμαζέματος, ούτε είπε την ωμή αλήθεια στον ελληνικό λαό, όσο επώδυνη κι αν ήταν.
Αλλά η ιστορία δεν αρχίζει ούτε τελειώνει εκεί
Αλλά η ιστορία δεν αρχίζει ούτε τελειώνει εκεί.
Γιατί όσοι σήμερα παριστάνουν τους τιμητές, αποσιωπούν επιδεικτικά ότι αν ο Καραμανλής είχε επιχειρήσει νωρίτερα σκληρά μέτρα, η χώρα θα είχε παραδοθεί στο χάος. Με σύσσωμη την αντιπολίτευση απέναντί του. Με τα συνδικάτα, τα ΜΜΕ και το πολιτικό σύστημα να τον κατασπαράζουν. Και μπροστά του έναν Γιώργο Παπανδρέου να υπόσχεται «λεφτά υπάρχουν», καλλιεργώντας συνειδητά την ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα κολυμπά σε αφθονία.
Ακόμα πιο προκλητικό
Ακόμα πιο προκλητικό: όταν ο Παπανδρέου ανέλαβε την διακυβέρνηση, δεν πάτησε φρένο. Για μήνες συνέχισε – και ενέτεινε – τη διανομή επιδομάτων και παροχών, σαν η οικονομία να μην ήταν ήδη στο χείλος του γκρεμού. Αντί για συναγερμό, μοίραζε εφησυχασμό. Αντί για αλήθεια, μοίραζε ψέματα. Και όταν πια η πραγματικότητα δεν κρυβόταν άλλο, φόρτωσε τα πάντα στους «προηγούμενους» και άνοιξε τον δρόμο για τα μνημόνια, παριστάνοντας τον ανήξερο.
Μονομερής στοχοποίηση και μηχανισμός απαξίωσης
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σημερινή επιμονή των υποστηρικτών του Κυριάκου Μητσοτάκη να στοχοποιούν μονομερώς τον Καραμανλή δεν είναι απλώς άδικη. Είναι βαθιά ύποπτη. Διότι δεν αφορά το παρελθόν, αλλά το παρόν. Κάθε φορά που ο Καραμανλής τολμά να μιλήσει με κριτική ματιά για την κατάσταση της χώρας, για τη δημοκρατία, για τη συγκέντρωση εξουσίας, για την οικονομία ή για την εξωτερική πολιτική, ενεργοποιείται αυτόματα ο μηχανισμός απαξίωσης.
Το μήνυμα είναι σαφές
Το μήνυμα είναι σαφές:
Σιώπα ή να υμνείς. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.
Διακοσμητικοί πρώην πρωθυπουργοί και «απαγορευμένη» κριτική
Θέλουν τους πρώην πρωθυπουργούς διακοσμητικούς. Ακίνητους. Άφωνους. Χρήσιμους μόνο όταν λειτουργούν ως χειροκροτητές της εκάστοτε κυβέρνησης Μητσοτάκη. Κάθε διαφορετική άποψη αντιμετωπίζεται ως «υπονόμευση», κάθε κριτική ως «ρεβανσισμός», κάθε υπενθύμιση της σύνθετης ιστορικής αλήθειας ως απειλή.
Η δημοκρατία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός
Όμως η δημοκρατία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Και η ιστορία δεν ξαναγράφεται με δελτία Τύπου και τηλεοπτικά πάνελ. Η χρεοκοπία της χώρας ήταν αποτέλεσμα συλλογικών πολιτικών επιλογών δεκαετιών, διακομματικών ευθυνών και συστημικών παθογενειών. Όποιος προσπαθεί να τη μετατρέψει σε προσωπική υπόθεση ενός μόνο ανθρώπου, δεν αναζητά την αλήθεια. Αναζητά άλλοθι.
Και όποιος φοβάται τη φωνή ενός πρώην πρωθυπουργού, μάλλον δεν είναι τόσο σίγουρος για τη δική του πολιτική επάρκεια.
Όταν ένας πρώην πρωθυπουργός μιλά, κάποιοι πανικοβάλλονται.
«Γιατί φοβούνται τόσο τη φωνή του Καραμανλή;»
Η σιωπή ως πολιτική εντολή: ΜΜΕ, «σημιτική συνέχεια» και ο φόβος της αλήθειας
Η στοχοποίηση του Κώστα Καραμανλή δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Είναι μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού, που λειτουργεί εδώ και χρόνια με εντυπωσιακή συνέπεια: όποιος ξεφεύγει από το «επιτρεπτό» αφήγημα, πρέπει είτε να σιωπήσει είτε να απαξιωθεί.
Σε αυτόν τον μηχανισμό, κομβικό ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ.
Τα ίδια μέσα που επί δεκαετίες λιβάνιζαν την «ισχυρή Ελλάδα» του σημιτισμού, τα ίδια που αποσιώπησαν τη δημοσιονομική εκτροπή, τα ίδια που χειροκρότησαν το «λεφτά υπάρχουν», εμφανίζονται σήμερα ως αυστηροί κριτές της ιστορίας. Όχι όμως συνολικά. Επιλεκτικά. Με έναν μόνο στόχο.
Τον Καραμανλή.
Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε παρέμβασή του αντιμετωπίζεται είτε με πλήρη αποσιώπηση είτε με ειρωνεία, είτε με χονδροειδή υπονόμευση. Δεν σχολιάζουν τα επιχειρήματά του. Δεν απαντούν στην ουσία. Προσπαθούν να τον ακυρώσουν ως «μη δικαιούμενο διά να ομιλεί».
Γιατί;
Διότι ο Καραμανλής δεν ανήκει στο σημιτικό συνεχές εξουσίας που διατρέχει κυβερνήσεις, κόμματα, τραπεζικό σύστημα, ΜΜΕ και θεσμούς. Δεν είναι προϊόν αυτού του μηχανισμού. Και κυρίως: δεν του χρωστά.
Η λεγόμενη «σημιτική συνέχεια» δεν είναι ιδεολογική. Είναι διαχειριστική. Πρόκειται για ένα πλέγμα προσώπων και αντιλήψεων που επιβίωσε της χρεοκοπίας χωρίς ποτέ να λογοδοτήσει. Άλλαξε κόμματα, άλλαξε ρόλους, άλλαξε ταμπέλες — αλλά όχι νοοτροπία. Και σήμερα βρίσκει στέγη και πολιτική κάλυψη στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή των πρώην πρωθυπουργών δεν είναι επιλογή. Είναι απαίτηση.
Μιλούν μόνο όταν εγκρίνεται εκ των προτέρων το περιεχόμενο. Μιλούν μόνο αν δεν ενοχλούν. Μιλούν μόνο αν ενισχύουν το κυρίαρχο αφήγημα. Διαφορετικά, ενεργοποιείται ο μηχανισμός: «τι μας μιλάς τώρα», «φταις κι εσύ», «κάτσε σπίτι σου».
Αλλά εδώ βρίσκεται και ο πραγματικός φόβος τους.
Διότι αν ανοίξει σοβαρά η συζήτηση για τη χρεοκοπία — χωρίς αποδιοπομπαίους τράγους, χωρίς πολιτικά φίλτρα — τότε θα πρέπει να μιλήσουμε για διαχρονικές ευθύνες, για ρόλο ΜΜΕ, για στατιστικές αλχημείες, για ευρωπαϊκές πλάτες, για δανεικά που παρουσιάζονταν ως ανάπτυξη.
Και αυτό είναι κάτι που δεν αντέχουν.
Γι’ αυτό επιμένουν στη μονοκαλλιέργεια της ενοχής. Γι’ αυτό θέλουν έναν μόνο ένοχο. Γι’ αυτό φοβούνται κάθε φωνή που χαλάει το σενάριο.
Η ιστορία, όμως, δεν είναι τηλεοπτικό πάνελ.
Και η δημοκρατία δεν απαιτεί σιωπή — απαιτεί μνήμη.

0 Σχόλια